Ο νέος εκλογικός νόμος: 7 περιφέρειες και μονοεδρικές
Πολιτική

Ο νέος εκλογικός νόμος: 7 περιφέρειες και μονοεδρικές

20 Απριλίου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Ευρύτατες και ριζοσπαστικές αλλαγές στο εκλογικό σύστημα της χώρας σχεδιάζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με στόχο τη δραστική αναδιαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο εκλέγονται οι βουλευτές στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έρχονται στο φως, το νέο σύστημα προβλέπει μείωση των βουλευτικών εδρών έως τις 250, δραστική συρρίκνωση των εκλογικών περιφερειών από 60 σε μόλις 7 και μερική κατάργηση του σταυρού προτίμησης για το μισό τουλάχιστον τμήμα της Βουλής. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη θεσμική αναθεώρηση του εκλογικού νόμου εδώ και δεκαετίες, η οποία εμπνέεται από το λεγόμενο γερμανικό μοντέλο και φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.

Το σχέδιο αυτό έχει επεξεργαστεί ο υπουργός Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος, και αναμένεται να τεθεί σε άτυπη δημόσια διαβούλευση στο άμεσο μέλλον. Η διαβούλευση αυτή θα εξελιχθεί παράλληλα με τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, δημιουργώντας ένα ευρύτερο πλαίσιο θεσμικού διαλόγου μεταξύ των κομμάτων. Ωστόσο, οι τελικές αποφάσεις δεν θα ληφθούν από την παρούσα Βουλή, αλλά από την επόμενη, ενώ η εφαρμογή του νέου συστήματος προβλέπεται να γίνει πραγματικότητα στις εκλογές του 2031. Αυτό σημαίνει ότι το νομοσχέδιο θα κατατεθεί αμέσως μετά τις εκλογές του 2027, αξιοποιώντας την αρχή της επόμενης τετραετίας.

Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και η φιλοσοφία της αλλαγής

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε τις προθέσεις της κυβέρνησης κατά τη συζήτηση για το κράτος δικαίου που διεξήχθη στη Βουλή την περασμένη Πέμπτη. Η πρωτοβουλία, τόνισε ο ίδιος, δεν επιδιώκει να αλλάξει αιφνιδιαστικά τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, αλλά αντίθετα επιζητά έναν ειλικρινή και ανοιχτό διάλογο. «Οι εκλογές του 2031 πρέπει να βρουν τη χώρα με ένα διαφορετικό εκλογικό σύστημα, πιο σύγχρονο, το οποίο θα ψηφιστεί στην αρχή της τετραετίας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μητσοτάκης. Παράλληλα, εξέφρασε την επιθυμία το νέο σύστημα να ψηφιστεί με διευρυμένη πλειοψηφία, κάτι που θα του προσέδιδε ευρύτερη νομιμοποίηση και διακομματική αποδοχή. Η στάση αυτή αποτελεί σαφή πολιτική επιλογή: η κυβέρνηση δεν θέλει να φανεί ότι επωφελείται από τη μεταρρύθμιση εις βάρος της αντιπολίτευσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η όλη διαδικασία δομείται με τρόπο που να εξασφαλίζει διαφάνεια και χρόνο για ουσιαστικό διάλογο. Οι βασικές διατάξεις του σχεδίου θα συζητηθούν στην παρούσα Βουλή, ώστε όλοι οι πολιτικοί παράγοντες να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιοι θα είναι οι νέοι κανόνες. Αυτή η μεθοδολογία, σύμφωνα με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, εγγυάται ότι καμία παράταξη δεν θα αιφνιδιαστεί, ενώ δίνει τη δυνατότητα σε όλους να προετοιμαστούν εγκαίρως για τις επερχόμενες αλλαγές.

Επτά περιφέρειες και μονοεδρικές: το γερμανικό μοντέλο στην ελληνική εκδοχή

Ο πυρήνας της μεταρρύθμισης είναι η αναδιαίρεση της επικράτειας σε 7 μεγάλες εκλογικές περιφέρειες, αντί των 60 που ισχύουν σήμερα. Οι νέες περιφέρειες θα ακολουθούν τα γεωγραφικά όρια των αποκεντρωμένων διοικήσεων της χώρας: Αττική, Κεντρική Μακεδονία – Θράκη, Κρήτη, Ήπειρος – Δυτική Μακεδονία, Πελοπόννησος – Δυτική Ελλάδα – Ιόνια Νησιά, Αιγαίο και Θεσσαλία – Στερεά Ελλάδα. Ο αριθμός των βουλευτών που αντιστοιχεί σε κάθε περιφέρεια θα καθορίζεται βάσει του νόμιμου πληθυσμού, όπως αυτός έχει προκύψει από την απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ. Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει αναλογική εκπροσώπηση με βάση πραγματικά δημογραφικά δεδομένα.

Από τα 3/5 των βουλευτικών εδρών κάθε μεγάλης περιφέρειας, η εκλογή θα πραγματοποιείται μέσω επιμέρους μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών, χωρίς τη δυνατότητα σταυρού προτίμησης. Αυτό σημαίνει ότι ο ψηφοφόρος θα επιλέγει απευθείας τον υποψήφιο βουλευτή της περιοχής του, δίνοντας έναν πιο προσωπικό και άμεσο χαρακτήρα στη σχέση εκλεγμένου και εκλογικού σώματος. Η λογική αυτή προέρχεται από το γερμανικό εκλογικό σύστημα, το οποίο συνδυάζει αναλογική εκπροσώπηση με την άμεση ανάδειξη βουλευτών σε τοπικό επίπεδο. Η ελληνική εκδοχή φιλοδοξεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα αυτού του μοντέλου, προσαρμόζοντάς το στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας και γεωγραφίας.

Σχετικά άρθρα