Στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθήνας συνεχίστηκε την Τρίτη 21 Απριλίου 2026 η δίκη για τη φονική έκρηξη στους Αμπελόκηπους, που είχε σημειωθεί στις 31 Οκτωβρίου 2024 σε διαμέρισμα της οδού Αρκαδίας. Η εισαγγελέας Αλεξάνδρα Πίσχοινα ολοκλήρωσε την αγόρευσή της προτείνοντας την καταδίκη δύο εκ των πέντε κατηγορουμένων και την αθώωση των υπολοίπων τριών, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Ρωμανός. Η υπόθεση, την οποία η ίδια χαρακτήρισε «δυσχερή και λεπτή», αφορά δράση συγκροτημένης τρομοκρατικής οργάνωσης με στόχο απροσδιόριστη κρατική δομή.
Τι έγινε στο δικαστήριο
Η εισαγγελέας Αλεξάνδρα Πίσχοινα ζήτησε την καταδίκη δύο γυναικών κατηγορουμένων: της Μαριάννας Μ., η οποία βρισκόταν στο διαμέρισμα την ώρα της έκρηξης και τραυματίστηκε βαρύτατα, και της Δήμητρας Ζ., η οποία φέρεται να εμπλέκεται με τα κλειδιά του διαμερίσματος και στην επικοινωνία με τους ιδιοκτήτες. Τα αδικήματα για τα οποία ζητήθηκε η καταδίκη τους περιλαμβάνουν συγκρότηση και ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση, διακεκριμένη κατασκευή εκρηκτικών μηχανισμών, κατοχή εκρηκτικών υλών, πιστολιών και πυρομαχικών, καθώς και έκρηξη από κοινού και διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας.

Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας περιέγραψε τη στενή φιλική σχέση που συνέδεε τις δύο κατηγορούμενες με τον Κυριάκο Ξυμητήρη, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά την έκρηξη. Οι δεσμοί αυτοί, σύμφωνα με την εισαγγελέα, σφυρηλατήθηκαν στο Βερολίνο το 2018 και συνεχίστηκαν στην Αθήνα, εντός ενός πλαισίου αποδοχής του ένοπλου αγώνα. Η Δήμητρα Ζ. χαρακτηρίστηκε ως «κυρίαρχο πρόσωπο στην επιχειρησιακή δομή της οργάνωσης», με την εισαγγελέα να τονίζει ότι «όλα είχαν προγραμματιστεί με το δικό της πρόγραμμα υποχρεώσεων».
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε και στην επιλογή του διαμερίσματος. Η εισαγγελέας το χαρακτήρισε ως «ιδανικό κρησφύγετο», επισημαίνοντας την εγγύτητά του σε κρίσιμες κρατικές υποδομές, όπως το Αστυνομικό Τμήμα Αμπελοκήπων, η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής (ΓΑΔΑ) και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Παράλληλα, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί φιλοξενίας τρίτων προσώπων στο διαμέρισμα.

Γιατί προτάθηκε αθώωση για τον Ρωμανό
Η εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή του Νίκου Ρωμανού επικαλούμενη «σοβαρότατες αμφιβολίες». Ο Ρωμανός είχε συλληφθεί λόγω μερικού δακτυλικού αποτυπώματος που εντοπίστηκε σε μια σχισμένη σακούλα απορριμμάτων μέσα στην οποία βρέθηκε τυλιγμένο όπλο. Ωστόσο, η Πίσχοινα επεσήμανε ότι στην ίδια σακούλα διαπιστώθηκαν και άλλα αταυτοποίητα αποτυπώματα, γεγονός που μαρτυρά πως το αντικείμενο δεν ήταν μιας χρήσεως αλλά είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από διαφορετικά άτομα.
«Δεν μπορώ να φανταστώ ότι χρειάστηκαν πέντε άνθρωποι για να βάλουν τα όπλα σε μια τσάντα. Είναι δυνατόν να πήρε μέτρα για να είναι καθαρό το όπλο αλλά να μην έκανε το ίδιο και για τη σακούλα;», ανέφερε χαρακτηριστικά η εισαγγελέας. Πρόσθεσε επίσης ότι το ιδεολογικό πεδίο του χώρου έχει πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα και μια σακούλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ποικίλους σκοπούς, όχι απαραίτητα πολεμικούς. Υπενθυμίζεται ότι ο Νίκος Ρωμανός είναι γνωστός ως αδερφικός φίλος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, που δολοφονήθηκε από αστυνομικό το 2008.
Επίσης, η εισαγγελέας τόνισε ότι οι κατηγορούμενοι για τους οποίους ζήτησε απαλλαγή δεν άλλαξαν τις συνήθειές τους μετά την έκρηξη. «Από την έκρηξη και μέχρι τη σύλληψη καμία συνήθεια τους δεν άλλαξε, ούτε πανικός, ούτε διάθεση απόκρυψης», ανέφερε. Αντίστοιχα, ζήτησε την απαλλαγή του τρίτου κατηγορουμένου, Δ.Π., συντρόφου τότε της Δήμητρας Ζ., ο οποίος φέρεται να συμμετείχε μόνο στην παραλαβή των κλειδιών του διαμερίσματος, χαρακτηρίζοντας τη συμμετοχή του απλή συνοδεία σε ένα ραντεβού.
Τι ακολουθεί στη δίκη
Μετά την ολοκλήρωση της εισαγγελικής αγόρευσης, η δίκη συνεχίστηκε με τις αγορεύσεις των δικηγόρων της υπόθεσης. Στο τέλος των αγορεύσεων, οι δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων θα ανακοινώσουν την ετυμηγορία τους. Η εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για «πολυπρόσωπη ομάδα», καθώς από την έρευνα προέκυψαν επικοινωνίες με άλλα πρόσωπα που παραμένουν ασύλληπτα. Συγκεκριμένα, στην κατοχή του νεκρού Κυριάκου Ξυμητήρη βρέθηκαν δύο τηλεφωνικές συσκευές, η μία επικοινωνούσε αποκλειστικά με επαφή που αναγραφόταν ως «Τ» και η άλλη με επαφή «Μ», υποδηλώνοντας ότι τουλάχιστον δύο άτομα-κλειδιά αναμένουν ακόμη ταυτοποίηση και σύλληψη.




