Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλαν κοινό μήνυμα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Γάλλου ηγέτη στην Αθήνα: η πρόωρη αποπληρωμή του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης δεν έχει νόημα, και η Ευρώπη πρέπει να στραφεί σε νέα κοινά δάνεια για να χρηματοδοτήσει κρίσιμες επενδύσεις. Οι δύο ηγέτες μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη αναθεώρησης της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής στρατηγικής, αναδεικνύοντας έτσι μια κοινή πολιτική γραμμή που αναμένεται να επηρεάσει τις επερχόμενες διαπραγματεύσεις για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η επίσκεψη αυτή δεν ήταν τυπική: υπογράφηκαν εννέα συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, σηματοδοτώντας μια νέα φάση στις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.
«Είναι ηλίθιο να αποπληρώσουμε γρήγορα» — Μακρόν από Αθήνα
Ο Μακρόν δεν χρησιμοποίησε διπλωματικές περικάλυψεις για να εκφράσει τη θέση του. Με χαρακτηριστική ευθύτητα, δήλωσε πως η Ευρώπη δανείστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19 και δεν έχει κανένα λόγο να σπεύσει να επιστρέψει αυτά τα κεφάλαια. «Δανειστήκαμε την περίοδο της Covid. Σήμερα κάποιοι μας λένε ότι πρέπει να αποπληρώσουμε γρήγορα. Είναι ηλίθιο», ανέφερε χαρακτηριστικά, σύμφωνα με το Politico. Πρότεινε είτε την παράταση της αποπληρωμής του χρέους είτε την έκδοση νέου κοινού ευρωπαϊκού χρέους, τονίζοντας ότι και οι δύο επιλογές είναι προτιμότερες από μια βεβιασμένη δημοσιονομική προσαρμογή. Παράλληλα, ο Γάλλος πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει περισσότερο σε τομείς αιχμής όπως η άμυνα, το διάστημα και η τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να διατηρήσει τον διεθνή της ανταγωνιστικό ρόλο. Εμφανίστηκε δε αισιόδοξος για το αποτέλεσμα, λέγοντας: «Είμαι σίγουρος ότι στο τέλος θα τα καταφέρουμε, γιατί η Ευρώπη θέλει να παραμείνει στον ανταγωνισμό».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μητσοτάκης τάχθηκε πλήρως στο πλευρό του Μακρόν, εκφράζοντας και ο ίδιος τις επιφυλάξεις του απέναντι στην πρόωρη εξόφληση του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επισήμανε ότι μια τέτοια κίνηση θα συρρίκνωνε τα διαθέσιμα κονδύλια για τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας άσκοπα δημοσιονομικά περιθώρια πίεσης. «Τι νόημα έχει αυτή τη στιγμή να αποπληρώσουμε το Ταμείο Ανάκαμψης, μειώνοντας έτσι τον προϋπολογισμό για τα επόμενα έξι χρόνια, όταν δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε και όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση για ευρωπαϊκά ομόλογα που θα μας κάνουν και πιο ισχυρούς ως Ευρωπαϊκή Ένωση;» ανέφερε χαρακτηριστικά. Αμφότεροι οι ηγέτες εκπροσωπούν χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, γεγονός που τους δίνει κοινό έναυσμα να υπερασπιστούν αυτές τις θέσεις στις προσεχείς διαπραγματεύσεις για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028–2034.
Διαφωνίες εντός ΕΕ και η στάση της Γερμανίας
Ωστόσο, η πρόταση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνους όλους τους Ευρωπαίους εταίρους. Αρκετοί ηγέτες είχαν συζητήσει το ζήτημα παράτασης του χρέους σε πρόσφατη συνάντηση στην Κύπρο, χωρίς ωστόσο να υπάρξει ομοφωνία. Ανάμεσα στις χώρες που αντιτίθενται στην ιδέα ξεχωρίζει η Γερμανία, η οποία παραδοσιακά υποστηρίζει μια αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία και αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τη διεύρυνση του κοινού ευρωπαϊκού χρέους. Η αντίθεση αυτή αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά πεδία τριβής στις διαπραγματεύσεις για τον μελλοντικό προϋπολογισμό της ΕΕ. Παρά τις αντιδράσεις, ο Μακρόν φάνηκε αποφασισμένος να συνεχίσει να πιέζει για τη θέση του, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η λογική της ανταγωνιστικότητας θα υπερισχύσει τελικά των δημοσιονομικών επιφυλάξεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επίσκεψη του Μακρόν στην Αθήνα είχε και έντονο αμυντικό χαρακτήρα. Οι δύο χώρες υπέγραψαν συνολικά εννέα συμφωνίες, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει μια σημαντική αμυντική συμφωνία που περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στήριξης — μια εξαιρετικά ισχυρή δέσμευση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή γεωπολιτική. Παράλληλα, η εταιρεία MBDA υπέγραψε νέα συμφωνία για τη συνέχιση της υποστήριξης των πυραύλων Mica που χρησιμοποιεί ο ελληνικός στρατός, ενισχύοντας έτσι τη στρατιωτική-βιομηχανική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή δύο ευρωπαϊκών χωρών που επιλέγουν να βαδίσουν μαζί — τόσο στο οικονομικό όσο και στο αμυντικό πεδίο — μπροστά σε ένα ευρωπαϊκό τοπίο που αλλάζει ταχύτατα.




