Σφοδρή αντίδραση από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα προκάλεσε η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην προχωρήσει η επανεξέταση της δικογραφίας για την υπόθεση των υποκλοπών. Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ έκανε αιχμηρή δήλωση, επικρίνοντας την ταχύτητα με την οποία η ηγεσία της ελληνικής δικαιοσύνης αντιμετωπίζει υποθέσεις που αφορούν την αποκάλυψη παρακρατικών μηχανισμών. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί την οριστική αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει το πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Διαβάστε επίσης: Ο Άρειος Πάγος κλείνει την υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών
Τι αποφάσισε ο Άρειος Πάγος για τις υποκλοπές
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας έκρινε ότι τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την εκδίκαση της υπόθεσης από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν εισφέρουν νέα δεδομένα που να μην ήταν ήδη γνωστά κατά τη διερεύνηση από τον Αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση. Συγκεκριμένα, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ικανά να ανοίξουν νέο γύρο έρευνας, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου ώστε να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κατασκοπείας. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον επονομαζόμενο «κρεοπώλη», από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου είχαν πληρωθεί 25 «μολυσμένα» μηνύματα που εστάλησαν σε 25 στόχους, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Ανδρουλάκης. Ο κ. Τζαβέλλας έκρινε ότι ναι μεν προέκυψαν νέα στοιχεία για τον «κρεοπώλη», ωστόσο δεν επαρκούν για την ταυτοποίηση του ή των δραστών.
Υπενθυμίζεται ότι με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι τέσσερις κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε συνολικές ποινές φυλάκισης 126 ετών, με εκτιτέα τα 8 έτη. Ωστόσο, χορηγήθηκε αναστολή έως το Εφετείο, το οποίο έχει ήδη προσδιοριστεί για τον ερχόμενο Δεκέμβριο. Η δικογραφία αφορούσε μια από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής, με χρήση λογισμικού παρακολούθησης εναντίον πολιτικών και δημοσιογράφων. Η οριστική αρχειοθέτηση από τον Άρειο Πάγο κλείνει έναν κύκλο στην προανακριτική φάση της υπόθεσης, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα για τη δικαστική διαδικασία στο Εφετείο.
Η αντίδραση του Τσίπρα και το πολιτικό πλαίσιο
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν άφησε αναπάντητη την απόφαση και με δριμεία δήλωσή του στόχευσε απευθείας την ηγεσία της ελληνικής δικαιοσύνης. «Η ηγεσία της ελληνικής δικαιοσύνης τα τελευταία χρόνια βρίσκει πάντα τον τρόπο να μας εκπλήσσει με την ταχύτητά της, ιδιαίτερα όταν επίκειται η αποκάλυψη ενός παρα-κρατικού μηχανισμού που παραβίασε βάναυσα το Κράτος Δικαίου», τόνισε χαρακτηριστικά. Ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε να εκφράσει την έκπληξή του όχι για την ίδια την απόφαση, αλλά για την ταχύτητα με την οποία η δικαιοσύνη αντιδρά όταν τίθεται σε κίνδυνο η αποκάλυψη ενός παρακρατικού μηχανισμού. Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη βαθύτερη πολιτική διαμάχη που εξακολουθεί να πυροδοτεί η υπόθεση των υποκλοπών μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Παράλληλα, ο Τσίπρας έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς τους «ενδιαφερόμενους», απευθύνοντας μια προειδοποίηση με πολιτικά υπονοούμενα: «Ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο». Η φράση αυτή ερμηνεύτηκε ως νύξη ότι η υπόθεση δεν κλείνει οριστικά με την απόφαση του Αρείου Πάγου και ότι η αντιπολίτευση δεν προτίθεται να την αφήσει στη λήθη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε τοποθετηθεί επανειλημμένα στο παρελθόν ως ένας από τους πιο σθεναρούς επικριτές του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης, επικαλούμενος παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών του κράτους δικαίου. Η αιχμηρή δήλωση αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το θέμα παραμένει ζωντανό στην πολιτική ατζέντα.
Τι ακολουθεί μετά την αρχειοθέτηση
Παρά την οριστική αρχειοθέτηση της δικογραφίας σε επίπεδο Αρείου Πάγου, η υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει νομικά. Η δίκη στο Εφετείο για τους τέσσερις καταδικασθέντες έχει οριστεί για τον Δεκέμβριο, οπότε και αναμένεται νέος γύρος δικαστικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι κατηγορούμενοι, που καταδικάστηκαν σε ποινές 126 ετών συνολικά με εκτιτέα τα 8 έτη, αναμένουν την εκδίκαση της έφεσής τους με ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η πολιτική αντιπολίτευση, όπως κατέδειξε και η δήλωση Τσίπρα, αποφασισμένη να συνεχίσει να εγείρει ερωτήματα για τις παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων, αναμένεται να επανέλθει δριμύτερη με αφορμή τη δίκη στο Εφετείο τον ερχόμενο χειμώνα.




