Η δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης πριν από τα 62 έτη παραμένει ανοιχτή για δημόσιους υπαλλήλους έως και το 2026, αξιοποιώντας κυρίως την αναγνώριση πλασματικών ετών για παιδιά ή σπουδές. Οκτώ ξεχωριστές κατηγορίες ασφαλισμένων στο Δημόσιο έχουν τη δυνατότητα αποχώρησης πριν από το κανονικό όριο ηλικίας, βασισμένες σε ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν κυρίως τους ασφαλισμένους πριν από το 1993. Στις δικαιούχους κατηγορίες περιλαμβάνονται γονείς ανηλίκων, τρίτεκνοι και υπάλληλοι με εκτεταμένα χρόνια υπηρεσίας. Τα όρια ηλικίας κυμαίνονται από 55 έως 61,5 ετών ανάλογα με την κατηγορία.
Ποιες οκτώ κατηγορίες αποχωρούν πριν τα 62
Η πρώτη κατηγορία αφορά υπαλλήλους με 25ετία έως το 2010, οι οποίοι λαμβάνουν πλήρη σύνταξη στα 61,6 έτη, εφόσον είχαν συμπληρώσει το 58ο έτος και 35ετία έως το 2021. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και όσοι είχαν 25ετία το 2011, αλλά με 36 συνολικά έτη ασφάλισης έως το 2021. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει υπαλλήλους διορισμένους μετά το 1983 με 25ετία έως το 2010 και 37 έτη ασφάλισης έως το 2021. Αυτοί αποχωρούν το 2026 με όριο ηλικίας 60,3 ετών, εφόσον είχαν συμπληρώσει το 55ο έτος το 2020, ή 61,2 ετών με 37 έτη έως το 2021.
Η τρίτη κατηγορία αφορά γονείς υπαλλήλους με 25ετία το 2011 και ανήλικο τέκνο, που είχαν συμπληρώσει το 52ο έτος έως το 2017 — αυτοί έχουν θεμελιωμένο δικαίωμα πλήρους σύνταξης στα 58,5 έτη. Όσοι γονείς έκλεισαν τα 52 το 2018 θεμελιώνουν δικαίωμα τον Αύγουστο του 2026 με όριο ηλικίας 60 ετών και 2 μηνών. Η τέταρτη κατηγορία αφορά γονείς με 25ετία το 2012 και ανήλικο τέκνο το ίδιο ή το επόμενο έτος. Γονείς που έκλεισαν τα 55 το 2018 βγαίνουν με πλήρη σύνταξη στα 61 έτη, ενώ όσοι έκλεισαν τα 55 το 2019 εξέρχονται στα 62 έτη και 6 μήνες.

Η πέμπτη κατηγορία αφορά τρίτεκνους γονείς με 21 έτη ασφάλισης έως το 2011, που συνταξιοδοτούνται στο όριο ηλικίας που ισχύει όταν κλείνουν τα 52 έτη. Γονέας που έγινε 52 ετών το 2018 λαμβάνει πλήρη σύνταξη στα 58,5 ή 60 έτη και 2 μήνες. Η έκτη κατηγορία αφορά τρίτεκνους με 23 έτη ασφάλισης έως το 2012, που συνταξιοδοτούνται όταν κλείνουν τα 55 έτη — χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μητέρα τριών παιδιών που συμπλήρωσε 23 χρόνια ασφάλισης το 2012 και έγινε 55 ετών το 2018, με δικαίωμα πλήρους σύνταξης στα 61 έτη. Η έβδομη κατηγορία καλύπτει ασφαλισμένες γυναίκες με 25ετία έως το 2010 και ηλικία 55 ετών, καθώς και άνδρες με 25ετία και ηλικία 60 ετών έως το 2022, που αποχωρούν οποτεδήποτε με μειωμένη σύνταξη. Στην όγδοη κατηγορία ανήκουν άνδρες και γυναίκες με 25ετία το 2011 ή το 2012 και ηλικία 56 και 58 ετών αντίστοιχα έως το 2022, με αντίστοιχη δυνατότητα πρόωρης αποχώρησης.
Η κυβέρνηση δεν προβλέπει αλλαγές μετά το 2027
Η κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν προβλέπονται αλλαγές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης μετά το 2027, επικαλούμενη το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Οποιαδήποτε σχετική απόφαση μεταφέρεται μετά το 2029, αφήνοντας σταθερό και προβλέψιμο το ισχύον πλαίσιο για τους εργαζόμενους που σχεδιάζουν την αποχώρησή τους. Για πλήρη σύνταξη το 2026 απαιτούνται συνήθως 40 έτη ασφάλισης στα 62 έτη, ή 25ετία με θεμελίωση έως το 2012 για μειωμένη σύνταξη, με ηλικίες από 56 έως 62 ετών. Ωστόσο, η πρόωρη σύνταξη στο Δημόσιο πριν από τα 62 δεν συνεπάγεται αυτόματα τη μείωση 30% που προβλέπεται για τη μειωμένη εθνική σύνταξη, γεγονός που ευνοεί τους δικαιούχους ασφαλισμένους. Αυτό ισχύει κυρίως για τους ασφαλισμένους πριν από το 1993, που διατηρούν ευνοϊκότερους όρους αποχώρησης σε σχέση με τους νεότερους συναδέλφους τους.
Παράλληλα, η αξιοποίηση πλασματικών ετών — αυτών που αντιστοιχούν σε ανατροφή παιδιών ή σε χρόνια σπουδών — αποτελεί το βασικό εργαλείο για τη συμπλήρωση της 25ετίας στην κρίσιμη περίοδο 2010-2012. Μέσω αυτής της πρόβλεψης, δημόσιοι υπάλληλοι συγκεκριμένων κατηγοριών έχουν τη δυνατότητα να κλείσουν νωρίτερα τον κύκλο της εργασιακής τους ζωής, υπό σαφείς και τυποποιημένες προϋποθέσεις. Η σταθερή κυβερνητική κατεύθυνση για μη μεταβολή των ορίων δίνει στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να σχεδιάσουν με ασφάλεια την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τι τους περιμένει. Το ασφαλιστικό σύστημα διατηρεί έτσι ισορροπία μεταξύ των δημοσιονομικών δεσμεύσεων και της προστασίας των ειδικών κατηγοριών εργαζομένων που έχουν θεμελιωμένα δικαιώματα.




