Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Κογκρέσου από την έναρξη του πόλεμου ΗΠΑ-Ιράν, την Τετάρτη 29 Απριλίου 2026, σε μια ακρόαση που χαρακτηρίστηκε από έντονες αντιπαραθέσεις με Δημοκρατικούς βουλευτές. Ταυτόχρονα, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του Πενταγώνου αποκάλυψε ότι η στρατιωτική επιχείρηση έναντι του Ιράν έχει κοστίσει μέχρι στιγμής 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ ζητά τον υψηλότερο αμυντικό προϋπολογισμό στην ιστορία των ΗΠΑ για το 2027, ύψους 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Η σύγκρουση έχει εισέλθει σε εύθραυστη εκεχειρία, αλλά το αδιέξοδο παραμένει.
Τι είπε ο Χέγκσεθ στο Κογκρέσο
Η ακρόαση του Πιτ Χέγκσεθ ενώπιον της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής επικεντρώθηκε κυρίως στον σχεδιαζόμενο αμυντικό προϋπολογισμό για το οικονομικό έτος 2027, που φτάνει σε ιστορικά επίπεδα. Ο Χέγκσεθ και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, τόνισαν ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται περισσότερα drones, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και πολεμικά πλοία. Ο Χέγκσεθ υπογράμμισε ότι το αίτημα του Πενταγώνου για προϋπολογισμό-ρεκόρ στοχεύει στη διατήρηση του πιο ισχυρού στρατού στον κόσμο, ικανού να αντιμετωπίσει πολύπλοκα περιβάλλοντα απειλών σε πολλαπλά θέατρα. «Αναδημιουργούμε έναν στρατό για τον οποίο ο αμερικανικός λαός μπορεί να είναι περήφανος», δήλωσε χαρακτηριστικά, ενώ πρόσθεσε ότι ο Τραμπ στοχεύει να επαναφέρει τη βιομηχανική βάση του αμυντικού τομέα «σε βάσεις εμπόλεμης περιόδου».
Για πρώτη φορά, το κόστος του πόλεμου ΗΠΑ-Ιράν ποσοτικοποιήθηκε επίσημα. Ο Τζουλς Χερστ, που ασκεί καθήκοντα ελεγκτή του Πενταγώνου, ενημέρωσε τους βουλευτές ότι η επιχείρηση έχει στοιχίσει 25 δισεκατομμύρια δολάρια από τότε που οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων δαπανήθηκε για πυρομαχικά, αντικατοπτρίζοντας την ένταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων που, σύμφωνα με τον Χέγκσεθ, έχουν ισοπεδώσει ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί «πυρηνικές φιλοδοξίες» και «μια συμβατική ασπίδα χιλιάδων πυραύλων», όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Αμερικανός υπουργός. Ο Χέγκσεθ αποκάλεσε στόχο της εκστρατείας να φέρει την Τεχεράνη «στο σημείο να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Στον τομέα των συμμαχικών σχέσεων, ο Χέγκσεθ υιοθέτησε ιδιαίτερα επιθετικό τόνο, στέλνοντας σαφές μήνυμα για την αμερικανική στάση. Χώρες όπως το Ισραήλ, η Νότια Κορέα, η Πολωνία, η Φινλανδία και οι χώρες της Βαλτικής χαρακτηρίστηκαν «πρότυπα» που θα τύχουν της «ιδιαίτερης εύνοιας» των ΗΠΑ. Για τους συμμάχους που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της συλλογικής άμυνας, ο Αμερικανός υπουργός προειδοποίησε ρητά ότι «θα αντιμετωπίσουν συνέπειες». Επίσης, απάντησε με σκληρή γλώσσα σε όσους χαρακτηρίζουν τον πόλεμο «τέλμα», λέγοντας ότι «είναι ντροπή» να μιλά κανείς έτσι για μια σύγκρουση που μετράει μόλις δύο μήνες, συγκρίνοντάς την με τις μακροχρόνιες επιχειρήσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ.
Αντιδράσεις και ρήγμα στον συνασπισμό Τραμπ
Οι Δημοκρατικοί βουλευτές δεν άφησαν την ακρόαση να περάσει ήσυχα. Έστρεψαν τη συζήτηση στο αυξανόμενο κόστος της σύγκρουσης, στη μεγάλη μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων όπλων και σε έναν βομβαρδισμό σχολείου που σκότωσε παιδιά. Επιπλέον, έθεσαν ερωτήματα για τις μεταβαλλόμενες εξηγήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τους στόχους του πολέμου και τις επιπτώσεις του στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους. Κάποιοι βουλευτές υπογράμμισαν ότι ο πόλεμος διεξάγεται χωρίς επίσημη έγκριση του Κογκρέσου, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά συνταγματικά ζητήματα. Ο Χέγκσεθ αντέτεινε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι «τα απερίσκεπτα, άστοχα και ηττοπαθή λόγια των Δημοκρατικών του Κογκρέσου και ορισμένων Ρεπουμπλικανών».
Η κριτική, ωστόσο, δεν προέρχεται μόνο από τους Δημοκρατικούς. Η επιλογή του Τραμπ να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν έχει διαταράξει τον ευρύτερο πολιτικό συνασπισμό που τον έφερε στην εξουσία το 2024. Σύμφωνα με ανάλυση του αμερικανικού περιοδικού Foreign Policy, το κίνημα MAGA δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την αρχή «America First» — δηλαδή τη μη εμπλοκή σε εξωτερικές συγκρούσεις. Η μελέτη της ομάδας More in Common εκτιμά ότι οι σκληροπυρηνικοί MAGA Ρεπουμπλικανοί αποτελούσαν μόλις το 30% των ψηφοφόρων του Τραμπ το 2024. Ο Τζο Κεντ παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου σε ένδειξη διαμαρτυρίας, επικαλούμενος αντίθεση με την αρχή του «America First».

Τα δημοσκοπικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τη διόγκωση της εσωτερικής αντίδρασης. Σύμφωνα με το CNN, οι λευκοί ψηφοφόροι χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση — βασική δημογραφική ομάδα του Τραμπ — μετατοπίστηκαν από πάνω από 30% θετική αξιολόγηση το 2025 σε αρνητικά επίπεδα σήμερα. Οι Ρεπουμπλικανοί κάτω των 30 ετών είναι κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο πιθανό να υποστηρίζουν τον πόλεμο σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία συγκομματικούς τους. Ο αναλυτής Κρις Κάλντγουελ, μακροχρόνιος υπερασπιστής του Τραμπ, υποστηρίζει πλέον ότι «η επίθεση στο Ιράν είναι τόσο εξόφθαλμα ασύμβατη με τις επιθυμίες της ίδιας του της βάσης, που είναι πιθανό να σηματοδοτήσει το τέλος του τραμπισμού ως εγχείρημα».
Τι ακολουθεί: Αδιέξοδο και διαπραγματεύσεις
Οι δύο πλευρές τηρούν επί του παρόντος μια εύθραυστη εκεχειρία, αλλά η κατάσταση παραμένει ρευστή και απρόβλεπτη. Το Στενό του Ορμούζ παραμένει κλειστό, ο αμερικανικός αποκλεισμός συνεχίζεται και η σύγκρουση έχει εισέλθει σε μια φάση οικονομικών κυρώσεων και αποκλεισμών με κανονιοφόρους. Αρκετοί Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία για ένα παγιωμένο αδιέξοδο — χωρίς ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις αλλά και χωρίς συμφωνία — που θα υποχρεώσει τις ΗΠΑ να διατηρήσουν δυνάμεις στην περιοχή για πολλούς ακόμη μήνες. «Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να απέχουν πλέον έξι μήνες, μια διένεξη εν αναμονή είναι το χειρότερο πράγμα για τον Τραμπ πολιτικά και οικονομικά», δήλωσε πηγή κοντά στον πρόεδρο.
Το Ιράν εξέφρασε προθυμία να διαπραγματευτεί το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, ζητώντας ωστόσο «πάγωμα» των συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα — κάτι που αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ αμφιταλαντεύεται μεταξύ νέων στρατιωτικών επιθέσεων και της αναμονής για να διαπιστώσει αν οι κυρώσεις «μέγιστης πίεσης» μπορούν να οδηγήσουν την Τεχεράνη στο τραπέζι. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι κυρώσεις μπορούν να ενισχυθούν περαιτέρω και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να ενωθεί με τις ΗΠΑ. Γεράκια εκτός κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο στρατηγός εν αποστρατεία Τζακ Κιν και ο αρθρογράφος Μαρκ Τίσεν, συμβουλεύουν τον πρόεδρο να προχωρήσει σε νέα στρατιωτική δράση για να βγει από το σημερινό αδιέξοδο.




