Ο Μπούγας παραδέχεται κενό ασφαλείας στο Εφετείο
Κοινωνία

Ο Μπούγας παραδέχεται κενό ασφαλείας στο Εφετείο

2 Μαΐου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Το περιστατικό με τον 89χρονο που άνοιξε πυρ έξω από το κτίριο της Λουκάρεως, σε ΕΦΚΑ και Εφετείο, φέρνει στο επίκεντρο τα κενά ασφαλείας στα ελληνικά δικαστήρια. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιάννης Μπούγας παραδέχθηκε δημόσια ότι υπήρξαν αδυναμίες στα μέτρα προστασίας, ενώ δεσμεύτηκε για άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις. Η δήλωσή του έγινε σε συνέντευξη στο ERTNews, προκαλώντας ευρύτερο διάλογο για την ασφάλεια των δικαστικών χώρων στη χώρα.

Τι έγινε: Η παραδοχή και τα κενά ασφαλείας

Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιάννης Μπούγας δεν άφησε περιθώρια αμφιβολίας για τη σοβαρότητα της κατάστασης. «Πράγματι υπήρξε κενό στα μέτρα ασφαλείας, φαίνεται αυτό εκ του αποτελέσματος. Νομίζω ότι δεν μπορεί κανείς σοβαρά να το αρνηθεί», δήλωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι το περιστατικό κινητοποίησε όλους τους αρμόδιους φορείς. Η παραδοχή αυτή έρχεται αμέσως μετά το σοκαριστικό επεισόδιο με τον 89χρονο που άνοιξε πυρ, αναδεικνύοντας ευάλωτα σημεία στην προστασία των δικαστικών μεγάρων. Ο υφυπουργός τόνισε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες διορθώσεις μόλις εντοπιστούν και υποδειχθούν τα επιμέρους κενά.

Ωστόσο, ο Μπούγας διευκρίνισε ότι η ευθύνη για τα μέτρα ασφαλείας δεν βαρύνει αποκλειστικά το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Για το κεντρικό συγκρότημα δικαστηρίων — που περιλαμβάνει το Πρωτοδικείο, το Εφετείο και τον Άρειο Πάγο — αποφασίζει ειδικό συλλογικό όργανο. Στο τριμερές αυτό συμβούλιο προΐσταται ανώτατος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ συμμετέχουν το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη — που έχει και τον πρώτο λόγο — και το Συμβούλιο Διοίκησης του εκάστοτε δικαστηρίου. Η δομή αυτή αντικατοπτρίζει την πολυεπίπεδη φύση της ασφάλειας στους δικαστικούς χώρους, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μονομερώς από έναν και μόνο φορέα.

Παράλληλα, ο υφυπουργός επεσήμανε ένα χρόνιο πρόβλημα: η Δικαστική Αστυνομία, που επικουρεί την Ελληνική Αστυνομία στα δικαστήρια, διαθέτει μόλις 500 δικαστικούς αστυνομικούς σε όλα τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες της χώρας. Ο αριθμός αυτός δεν επαρκεί για να καλύψει πλήρως τις ανάγκες ασφαλείας, ενώ το προσωπικό δεν διαθέτει πάντα την απαιτούμενη εξειδικευμένη εμπειρία. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ελληνική Αστυνομία συνεχίζει να παρίσταται στους χώρους των δικαστηρίων ως κύρια δύναμη ασφαλείας.

Αντιδράσεις και πλαίσιο: Τριμερές όργανο αναλαμβάνει δράση

Ο Γιάννης Μπούγας ξεκαθάρισε ότι η επόμενη κίνηση ανήκει στο συλλογικό συμβούλιο ασφαλείας, στο οποίο συμμετέχουν και οι ίδιοι οι δικαστές του κάθε δικαστηρίου. Οι δικαστές γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις ιδιαίτερες συνθήκες απονομής δικαιοσύνης στον χώρο τους και μπορούν να υποδείξουν τα πλέον αποτελεσματικά μέτρα. «Θα εισηγηθεί το Συμβούλιο και θα δούμε τι θα μας προτείνει για να δημιουργήσουμε συνθήκες ασφάλειας για τους πολίτες, τους δικηγόρους, τους δικαστές και τους δικαστικούς υπαλλήλους», τόνισε ο υφυπουργός, περιγράφοντας ουσιαστικά έναν οδικό χάρτη άμεσης δράσης.

Η κυβερνητική αντίδραση κρίνεται ταχεία και διαφανής: αντί να αποφευχθεί η ευθύνη, ο Μπούγας επέλεξε να παραδεχθεί δημόσια το κενό και να περιγράψει με σαφήνεια πώς λειτουργεί ο μηχανισμός λήψης αποφάσεων. Αυτή η προσέγγιση ενισχύει την εμπιστοσύνη στο θεσμικό πλαίσιο, ειδικά σε μια στιγμή που η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις για την ασφάλεια σε δημόσιους χώρους. Η συμμετοχή τριών διαφορετικών φορέων — Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Υπουργείο Δικαιοσύνης και Συμβούλιο Διοίκησης κάθε δικαστηρίου — εγγυάται ότι οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα είναι ολοκληρωμένες και λαμβάνουν υπόψη όλες τις παραμέτρους.

Τι ακολουθεί: Εισηγήσεις και νέα μέτρα

Το επόμενο βήμα είναι η εισήγηση του τριμερούς συμβουλίου, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για τη λήψη νέων μέτρων ασφαλείας. Ο Μπούγας δεσμεύτηκε ρητά ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα υλοποιήσει όσα του υποδειχθούν, χωρίς καθυστερήσεις. Στόχος είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για όλους όσοι εμπλέκονται στη λειτουργία των δικαστηρίων — από τους πολίτες που προσέρχονται για τις υποθέσεις τους μέχρι τους επαγγελματίες του δικαίου και τους δικαστικούς υπαλλήλους που εργάζονται εκεί καθημερινά. Η υπόθεση του 89χρονου λειτούργησε ως ένα ηχηρό καμπανάκι για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στη χώρα.

Σχετικά άρθρα