Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα έχοντας στα χέρια του ένα μοναδικό πλεονέκτημα: έναν τεράστιο όγκο προσωπικών οπαδών που κανένας άλλος αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν κατέχει. Ωστόσο, οι επιλογές που κάνει στη στρατηγική του εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητά τους. Αντί να εκμεταλλευτεί αυτό το ισχυρό αποθεματικό εμπιστοσύνης, φαίνεται να ακολουθεί μια πορεία που δυσκολεύει τη συγκρότηση ενός ισχυρού νέου πολιτικού πόλου.
Το πλεονέκτημα που ξεχωρίζει τον Τσίπρα
Ο Τσίπρας απέκτησε την εμπιστοσύνη χιλιάδων ψηφοφόρων κατά τη διάρκεια της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ, όταν αναδείχθηκε στο θυμικό του εκλογικού σώματος ως αγωνιστής πολιτικός. Αυτό το αποθεματικό εμπιστοσύνης είναι διαφορετικής φύσης από την απλή εκλογική υποστήριξη: οι ψηφοφόροι που δηλώνουν ότι θα τον ακολουθήσουν στο νέο κόμμα εκφράζουν στην πράξη μια προσωπική πίστη. Αυτή η ιδιότητα τον διαχωρίζει ριζικά από τους υπόλοιπους αρχηγούς της αντιπολίτευσης και του δίνει ελευθερία κινήσεων που άλλοι δεν διαθέτουν. Ο Τσίπρας δεν χρειάζεται κόμμα για να επιβιώσει πολιτικά — ο ίδιος λειτουργεί ως ο πόλος έλξης.
Η σύγκριση με τον Νίκο Ανδρουλάκη αναδεικνύει αυτή τη διαφορά με ιδιαίτερη ευκρίνεια. Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει ένα χαρακτηριστικό πρόβλημα: ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του τον αντιμετωπίζουν ως «καλό παιδί», έναν αφθαρτο πολιτικό χωρίς κυβερνητικές ευθύνες στο ιστορικό του. Αυτή η ιδιότητα, που φαινομενικά ακούγεται ως πλεονέκτημα, λειτουργεί στην πράξη ως εμπόδιο στη διαμόρφωση προφίλ ισχυρού ηγέτη. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον Ανδρουλάκη να δημιουργεί νέο πολιτικό φορέα εκτός ΠΑΣΟΚ, ενώ για τον Τσίπρα αυτή η κίνηση ήταν φυσική απόρροια της προσωπικής του δυναμικής.
Ο Ανδρουλάκης αντιμετωπίζει επιπλέον ένα εσωτερικό διακύβευμα: αν δεν πιάσει τον εκλογικό στόχο που θα ορίσει ο ίδιος, θα ξεκινήσουν αμέσως συζητήσεις για την επάρκεια της ηγεσίας του εντός ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα, ο Τσίπρας δεν έχει να απολογηθεί σε κανέναν ακόμα και αν το νέο κόμμα κινηθεί σε χαμηλότερα ποσοστά από αυτά που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Αυτή η διαφορά στο εσωτερικό πλαίσιο λειτουργίας τους καθορίζει και τον βαθμό ελευθερίας που έχει ο καθένας τους στις επόμενες κινήσεις του.

Αυτοκριτική και απλά μηνύματα: Τι χρειαζόταν ο Τσίπρας
Ο Τσίπρας χρειαζόταν δύο πράγματα για να αξιοποιήσει αποτελεσματικά την ευνοϊκή εκκινητήρια θέση του. Το πρώτο ήταν μια ειλικρινής αλλά συνοπτική αυτοκριτική για τα λάθη της κυβερνητικής του περιόδου, χωρίς δημόσιο αυτομαστίγωμα και χωρίς πολύπλοκες ιδεολογικές αναλύσεις. Ειδικότερα, χρειαζόταν να αναγνωρίσει την αφαίμαξη της μεσαίας τάξης, τον νόμο Κατρούγκαλου και τη συνεργασία με τον Πάνο Καμμένο ως επιλογές που επιβάρυναν σημαντικά τους πολίτες. Αντί για αυτή την απλή και ειλικρινή παραδοχή, επέλεξε μια εντελώς διαφορετική οδό.
Το δεύτερο που χρειαζόταν ήταν συγκεκριμένες και κατανοητές προτάσεις για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Προτάσεις που θα αποδείκνυαν ότι από τη διακυβέρνηση 2015-2019 αλλά και από τα χρόνια αδύναμης αντιπολίτευσης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, αποκόμισε πρακτικά διδάγματα. Ωστόσο, ούτε το ένα ούτε το άλλο εμφανίστηκε στην επικοινωνιακή γραμμή που ακολουθεί. Ο Τσίπρας επέλεξε παραδόξως να κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση.
Βιβλία, μανιφέστα και αναπάντητα ερωτήματα
Αντί για αυτοκριτική, ο Τσίπρας εξέδωσε βιβλία στα οποία υπερασπίζεται μια κυβερνητική θητεία που τρεις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις κατέδειξαν ότι δεν εισέπραξε ευρεία αποδοχή από τους ψηφοφόρους. Επιπλέον, κυκλοφορεί πολυσέλιδα μανιφέστα με αναλύσεις που το ευρύ κοινό δυσκολεύεται να διαβάσει και να κατανοήσει. Αντί να χτίσει ένα σαφές και λιτό αφήγημα που να αγγίζει τους απλούς πολίτες, επιλέγει τη δυσκολονόητη πολυπλοκότητα. Παράλληλα, περιστοιχίζεται από συνεργάτες που δεν φαίνεται να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός φρέσκου πολιτικού αφηγήματος.
Ο χρόνος, ωστόσο, βρίσκεται με τον Τσίπρα περισσότερο από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο αρχηγό της αντιπολίτευσης. Ακόμα και αν το νέο κόμμα δεν πετύχει υψηλά ποσοστά στις επόμενες εκλογές, δεν έχει να απολογηθεί σε κανέναν — οι προσωπικοί του υποστηρικτές εκφράζουν πίστη στο πρόσωπο, όχι στη δομή. Ο μοναδικός πραγματικός στόχος του θα έπρεπε να είναι να καθιερώσει τον νέο φορέα ως πόλο της Κεντροαριστεράς, ικανό να συσπειρώσει σταδιακά τους ψηφοφόρους που αναζητούν ηγεσία. Αν θα το καταφέρει με την τρέχουσα στρατηγική του, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα που η πολιτική σκηνή αναμένει να απαντηθεί.




