Η Ryanair φέρεται να ετοιμάζεται να κλείσει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας 200 εργαζόμενους χωρίς δουλειά. Η ιρλανδική low-cost εταιρεία επικαλείται αύξηση 15% στα τέλη αεροδρομίου από τη Fraport Greece ως την αιτία αυτής της απόφασης. Η κίνηση αυτή έρχεται έπειτα από 16 χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά, μια σχέση που χαρακτηρίστηκε από συχνές εντάσεις, απειλές αποχώρησης και επιθετικές διαπραγματεύσεις. Το αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης κινδυνεύει έτσι να χάσει μια σημαντική αεροπορική βάση λειτουργίας.
Τι έγινε: Από την ίδρυση ως το κλείσιμο βάσης Θεσσαλονίκης
Η Ryanair ιδρύθηκε στην Ιρλανδία το 1984 από τους Τόνι Ράιαν, Κρίστι Ράιαν και Λίαμ Λόνεργκαν, εξελισσόμενη γρήγορα σε μία από τις μεγαλύτερες low-cost αεροπορικές εταιρείες παγκοσμίως. Υπό την καθοδήγηση του Μάικλ Ο’Λίρι, η εταιρεία υιοθέτησε ένα μοντέλο που στηρίζεται στη δραστική μείωση κόστους: φθηνά εισιτήρια, δευτερεύοντα αεροδρόμια και ελάχιστες παροχές προς τους επιβάτες. Η στρατηγική αυτή οδήγησε σε ταχύτατη ανάπτυξη, αλλά και σε συχνές συγκρούσεις με κυβερνήσεις και διοικήσεις αεροδρομίων σε ολόκληρη την Ευρώπη, κυρίως γύρω από ζητήματα τελών, φόρων και υποδομών.
Στην Ελλάδα, η Ryanair εισήλθε δυναμικά τη δεκαετία του 2010, εκμεταλλευόμενη τη ζήτηση για φθηνά ταξίδια κατά την οικονομική κρίση. Επέκτεινε γρήγορα το δίκτυό της σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ρόδο, Ηράκλειο και Χανιά, καλύπτοντας τόσο τα μεγάλα αστικά κέντρα όσο και περιφερειακούς προορισμούς. Ωστόσο, ήδη από τη σεζόν 2012-2013 εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα, με μειώσεις γραμμών και απειλές αποχώρησης από ορισμένα αεροδρόμια λόγω υψηλών τελών. Το 2014, η εταιρεία ζητούσε ανοιχτά μείωση των φόρων αεροδρομίων, κατηγορώντας το ελληνικό κράτος για υπερβολικό κόστος λειτουργίας.
Η κατάσταση οξύνθηκε περαιτέρω το 2016, όταν η εταιρεία περιόρισε τις πτήσεις της στην Ελλάδα και προχώρησε σε πρόωρη περικοπή δρομολογίων, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα σε ταξιδιώτες και τουριστικούς φορείς. Τουριστικοί πράκτορες χαρακτήρισαν τότε τις κινήσεις αυτές ως «εκβιαστική τακτική». Η εταιρεία έκοψε γραμμές από Αθήνα, ανοίγοντας παράλληλα νέες από άλλες ελληνικές πόλεις. Χαρακτηριστική παραμένει η περίπτωση του 2022, όταν αντί να κλείσει τη βάση της στην Αθήνα, επέλεξε να μειώσει δραστικά τις γραμμές της από περίπου 29 σε 10 δρομολόγια.
Αντιδράσεις: Fraport Greece, εργαζόμενοι και ο ρόλος των τελών
Στο επίκεντρο της τρέχουσας διαμάχης βρίσκεται η Fraport Greece, η οποία διαχειρίζεται 14 περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας. Η εταιρεία αποδεχόταν επί χρόνια την πρακτική της Ryanair να μειώνει δρομολόγια τους χειμερινούς μήνες και να τα αυξάνει το καλοκαίρι, όταν η τουριστική ζήτηση είναι στο αποκορύφωμά της. Η απόφαση της Fraport Greece να αυξήσει τα τέλη αεροδρομίου κατά 15% λειτούργησε ως η αφορμή για την αποχώρηση της Ryanair από τη βάση της στο αεροδρόμιο «Μακεδονία». Η σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών δεν ήταν ποτέ ομαλή, καθώς η ιρλανδική εταιρεία χρησιμοποιούσε διαρκώς τη δυνατότητα αποχώρησης ως μέσο πίεσης.
Το επιχειρηματικό μοντέλο της Ryanair λειτουργεί με τρόπο που θυμίζει επιθετικό επιχειρηματία: η εταιρεία χρησιμοποιεί την κινητικότητα του αεροπορικού στόλου της ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι σε κυβερνήσεις και αεροδρόμια. Η τακτική αυτή δημιούργησε επανειλημμένα εντάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, κυρίως γύρω από ζητήματα τελών, φόρων και υποδομών. Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτό το μοτίβο, με τη σχέση εταιρείας και κράτους να διακατέχεται από μια σταθερή εναλλαγή επεκτάσεων και περικοπών ανάλογα με τις διαπραγματευτικές συνθήκες κάθε περιόδου. Η εταιρεία δεν λειτουργεί ως παραδοσιακός αερομεταφορέας, αλλά ως παίκτης που εκμεταλλεύεται τη ζήτηση για τουρισμό ως μοχλό πίεσης.
Για τους 200 εργαζόμενους στη βάση της Θεσσαλονίκης, η απόφαση αυτή σημαίνει άμεση απειλή για τις θέσεις εργασίας τους. Η 16ετής παρουσία της Ryanair στην ελληνική αγορά χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή εναλλαγή επεκτάσεων και περικοπών, με την εταιρεία να διατηρεί πάντα ανοιχτή την επιλογή αποχώρησης. Η διαπραγματευτική της δύναμη στηρίζεται ακριβώς στην ευελιξία με την οποία μετακινεί βάσεις και γραμμές, δημιουργώντας αβεβαιότητα για εργαζόμενους, ταξιδιώτες και αεροδρόμια εδώ και πάνω από μία δεκαετία.




