Ένα απλό τεστ που μπορεί να γίνει στο σπίτι χωρίς επίσκεψη σε κλινική ενδέχεται να αλλάξει τον τρόπο διάγνωσης του Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, συνδυάζει μια διαδικτυακή αξιολόγηση εγκεφαλικής λειτουργίας με μια εξέταση αίματος μέσω τσιμπήματος στο δάχτυλο. Στόχος είναι η έγκαιρη ανίχνευση ατόμων υψηλού κινδύνου και η ταχύτερη πρόσβασή τους σε εξειδικευμένη φροντίδα. Οι επιστήμονες αποκαλούν τη μέθοδο πιθανό «βήμα-κλειδί» προς μια πιο προσβάσιμη και γρήγορη διάγνωση της άνοιας.
Τι περιλαμβάνει το τεστ και πώς λειτουργεί
Το τεστ βασίζεται σε έναν συνδυασμό δύο διακριτών μεθόδων αξιολόγησης. Από τη μία πλευρά, ο εξεταζόμενος συμμετέχει σε διαδικτυακά τεστ μνήμης και γνωστικών δεξιοτήτων, τα οποία μπορούν να γίνουν από το σπίτι χωρίς ειδικό εξοπλισμό. Από την άλλη, πραγματοποιείται μια απλή εξέταση αίματος με τσίμπημα στο δάχτυλο, η οποία ανιχνεύει δύο κρίσιμους βιοδείκτες: τον p-tau217 και τον GFAP, οι οποίοι σχετίζονται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ και την εγκεφαλική εκφύλιση. Στη μελέτη έλαβαν μέρος πάνω από 170 άτομα, τα οποία υποβλήθηκαν και στις δύο μεθόδους εξέτασης. Η προσέγγιση αυτή λειτουργεί ως είδος «διαλογής» — εντοπίζει τα άτομα με υψηλότερο κίνδυνο, τα οποία στη συνέχεια παραπέμπονται για πιο εξειδικευμένες εξετάσεις και πιθανή θεραπευτική παρέμβαση.
Η καθηγήτρια Αν Κόρμπετ από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Έξετερ τόνισε ότι η έρευνα βασίζεται σε προηγούμενα ευρήματα για την αποτελεσματικότητα των αιματολογικών τεστ με τσίμπημα στο δάχτυλο. Ο συνδυασμός βιοδεικτών και γνωστικών τεστ, εξήγησε, προσφέρει «έναν πιθανό τρόπο πρόβλεψης του κινδύνου άνοιας». Το σημαντικό πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι επιτρέπει τον έλεγχο μεγάλου αριθμού ανθρώπων χωρίς την ανάγκη επίσκεψης σε κλινική ή διεξαγωγής πολύπλοκων εξετάσεων. «Θα εξασφάλιζε ότι τα άτομα με τον υψηλότερο κίνδυνο θα προτεραιοποιούνται για παρακολούθηση και διάγνωση, προσφέροντας την καλύτερη δυνατή υποστήριξη», πρόσθεσε η ίδια.
Αντιδράσεις επιστημόνων και το μέγεθος του προβλήματος
Ο καθηγητής Κλάιβ Μπάλαρντ από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ έφερε στο φως ανησυχητικά στοιχεία για το μέγεθος του προβλήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εκτιμάται ότι ζουν με άνοια στη χώρα, ωστόσο μόλις ένας στους 1.000 με πρώιμα σημάδια εγκεφαλικής έκπτωσης λαμβάνει εξειδικευμένη αξιολόγηση. Τα νούμερα αυτά αναδεικνύουν το τεράστιο κενό που υπάρχει στη διάγνωση και φροντίδα των ασθενών, καθιστώντας τη νέα μέθοδο ιδιαίτερα επίκαιρη. Η ανάγκη για προσβάσιμες και γρήγορες μεθόδους διαλογής γίνεται όλο και πιο πιεστική, καθώς ο αριθμός των περιστατικών άνοιας αναμένεται να αυξηθεί τις επόμενες δεκαετίες.
Η Δρ. Sheona Scales, διευθύντρια έρευνας του Alzheimer Research UK, αξιολόγησε θετικά τα αποτελέσματα, τονίζοντας ότι η εξέταση παρουσιάζει μεγάλες δυνατότητες. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά της απαιτούνται τώρα «μεγαλύτερες και πιο ευρείας κλίμακας» μελέτες. «Τα αιματολογικά τεστ με τσίμπημα στο δάχτυλο θα μπορούσαν να φέρουν επανάσταση στη διάγνωση της άνοιας», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας τη δυνατότητα της μεθόδου να βοηθήσει στον εντοπισμό ατόμων υψηλού κινδύνου και στην ταχύτερη πρόσβασή τους σε περαιτέρω εξετάσεις. Η επιστημονική κοινότητα παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις επόμενες φάσεις της έρευνας.
Τι ακολουθεί στην έρευνα
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ότι χρειάζεται περαιτέρω δουλειά πριν η μέθοδος εφαρμοστεί ευρέως. Οι ερευνητές και οι εκπρόσωποι του Alzheimer Research UK ζητούν νέες μελέτες με μεγαλύτερα δείγματα πληθυσμού, ώστε να επαληθευτεί η αξιοπιστία της προσέγγισης σε διαφορετικές ομάδες. Ο τελικός στόχος είναι η δημιουργία ενός εύχρηστου εργαλείου που θα μπορεί να αξιοποιηθεί σε εθνικά συστήματα υγείας, μειώνοντας τον χρόνο και το κόστος διάγνωσης. Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα, το τεστ θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που οι γιατροί εντοπίζουν και παρακολουθούν άτομα σε κίνδυνο για Αλτσχάιμερ και άνοια.




