Υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και σε καθεστώς απόλυτης μυστικότητας μεταφέρθηκαν στις φυλακές Κορυδαλλού ο 54χρονος Κρητικός που κατηγορείται για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήστρατου Γεμιστού στην Αμμουδάρα Κρήτης, καθώς και η 56χρονη σύζυγός του, που αντιμετωπίζει κατηγορίες για συνέργεια. Ολόκληρη η επιχείρηση μεταγωγής οργανώθηκε με ταχύτητα από αστυνομικές και δικαστικές αρχές, χωρίς καμία προηγούμενη ανακοίνωση. Οι Αρχές έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στη διερεύνηση της εμπλοκής της συζύγου, ενώ καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις αποτέλεσε η ομολογία του κατηγορούμενου.
Τι έγινε: Ο δρόμος από το Ηράκλειο ως τον Κορυδαλλό
Το ζευγάρι παρέμεινε τις πρώτες ημέρες μετά τη σύλληψη στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου, χωρίς να οδηγηθεί καν στα δικαστήρια λόγω εκτίμησης για κίνδυνο δημόσιας τάξης. Το βράδυ της Παρασκευής, το ζευγάρι μεταφέρθηκε από το Ηράκλειο στη Σούδα, όπου επιβιβάστηκε στο πλοίο της γραμμής Χανιά–Πειραιάς συνοδεία ισχυρής αστυνομικής δύναμης. Στόχος ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντίδραση ή συγκέντρωση πολιτών κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Στο λιμάνι του Πειραιά τούς ανέμενε κλούβα της ΕΛ.ΑΣ., η οποία τους μετέφερε απευθείας στις φυλακές.
Ο 54χρονος τοποθετήθηκε στις 07:00 το πρωί στη λεγόμενη «VIP» πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού — τη ΣΤ’ πτέρυγα — όπου κρατούνται πρόσωπα υψηλής επικινδυνότητας ή κρατούμενοι που χρειάζονται αυξημένη προστασία. Η απόφαση αυτή ελήφθη διότι οι Αρχές εκτιμούν ότι ο ίδιος μπορεί να πέσει θύμα επίθεσης από συγκρατούμενους, λόγω της βαρύτητας και της φύσης του εγκλήματος που του αποδίδεται. Τα αυξημένα μέτρα θα ισχύουν και εντός του σωφρονιστικού καταστήματος για την αποφυγή οποιασδήποτε έντασης.
Η 56χρονη σύζυγός του οδηγήθηκε σε ειδικό χώρο στο αναρρωτήριο των γυναικείων φυλακών, σε απομονωμένα κελιά που βρίσκονται στον πρώτο όροφο του Διοικητηρίου. Στον ίδιο χώρο είχε κρατηθεί στο παρελθόν και η Ρούλα Πισπιρίγκου. Και οι δύο κατηγορούμενοι θα παραμείνουν στις φυλακές Κορυδαλλού μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Αντιδράσεις: Αμετανόητος ο 54χρονος στην απολογία του
Κατά την απολογία του, ο 54χρονος δεν εμφάνισε κανένα σημάδι μεταμέλειας. Χαρακτηριστική έμεινε η δήλωσή του: «Αν είχα χίλιες σφαίρες θα έριχνα και τις χίλιες». Η στάση αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες για το κλίμα που μπορεί να δημιουργηθεί σε ένα κοινό σωφρονιστικό περιβάλλον, οδηγώντας τις Αρχές στην απόφαση για ιδιαίτερη απομόνωση. Παράλληλα, ζήτησε από τις δικαστικές αρχές να του επιτραπεί να επισκεφθεί για τελευταία φορά τον τάφο του γιου του, αίτημα που δεν έγινε δεκτό.
Ο κατηγορούμενος απηύθυνε και προσωπική έκκληση στους αστυνομικούς: «Μία χάρη θέλω. Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου, γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετίσω». Ωστόσο, το αίτημα απορρίφθηκε από τις Αρχές. Το γεγονός ότι το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε τόσο στην απολογία όσο και προς τους αστυνομικούς αντικατοπτρίζει μια προσωπική διάσταση στην υπόθεση, χωρίς ωστόσο αυτό να αλλάζει τη στάση του απέναντι στην πράξη του.
Ουσιαστική για τη δικαστική πορεία της υπόθεσης αναμένεται να αποδειχθεί η εμπλοκή της 56χρονης συζύγου, για την οποία δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην έρευνα. Οι διαδικασίες απολογίας και μεταγωγής, σύμφωνα με τις πληροφορίες, οργανώθηκαν με ταχύτητα και χωρίς καθυστερήσεις, σε ένα κλίμα που χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική αγανάκτηση.
Το ιατροδικαστικό πόρισμα: Έξι σφαίρες από κοντινή απόσταση
Το απόγευμα της Παρασκευής εκδόθηκε και το ιατροδικαστικό πόρισμα, το οποίο επιβεβαίωσε ότι το θύμα, ο 21χρονος Νικήστρατος Γεμιστός, δέχτηκε και τις έξι σφαίρες που εκτόξευσε ο κατηγορούμενος. Οι τέσσερις από αυτές προκάλεσαν ισάριθμα διαμπερή τραύματα, μία πέρασε επιφανειακά από το δέρμα, ενώ η τελευταία εντοπίστηκε σφηνωμένη στη μασχάλη του θύματος. Το εύρημα αυτό συνθέτει μια εικόνα εξαιρετικά βίαιης επίθεσης. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι πυροβολισμοί έγιναν από κοντινή απόσταση ενός έως τριών μέτρων, γεγονός που ενισχύει την κατηγορία για πρόθεση.




