Το 2000 η φούσκα του internet έσκασε και μαζί της παρέσυρε τις υποσχέσεις ολόκληρης μιας εποχής. Η Amazon, η εταιρεία που ο Τζεφ Μπέζος είχε ιδρύσει μόλις έξι χρόνια νωρίτερα από το γκαράζ του σπιτιού του στο Μπελβού της Ουάσινγκτον, βρέθηκε στα πρόθυρα της πλήρους κατάρρευσης. Η μετοχή της εταιρείας κατακρημνίστηκε, οι αναλυτές της προέβλεπαν βέβαιη χρεοκοπία και ο κλάδος των dot-com έχανε τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, αυτό που ακολούθησε έγινε ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιχειρηματικά επιστροφή στην ιστορία της σύγχρονης τεχνολογίας.
Τι έγινε: Η κρίση που παραλίγο να αφανίσει την Amazon
Τον Ιούνιο του 2000, ο κορυφαίος αναλυτής της Lehman Brothers, Ράβι Σούρια, δημοσίευσε μια έκθεση που λειτούργησε σαν κόλαφος για την εταιρεία. Η ανάλυσή του ήταν ξεκάθαρη: η Amazon θα εξαντλούσε τα μετρητά της μέσα σε τέσσερα τρίμηνα. Η αντίδραση της αγοράς ήταν άμεση και σφοδρή. Η μετοχή υποχώρησε από τα 46,06 δολάρια στα 33,88 δολάρια σε ελάχιστο χρόνο, χάνοντας περίπου το ένα τέταρτο της αξίας της. Η έκθεση δεν ήταν αδικαιολόγητη, αφού το κλίμα στον κλάδο ήταν ήδη βαρύ και η αβεβαιότητα κυριαρχούσε παντού.
Η πτώση δεν σταμάτησε εκεί. Από τα ιστορικά υψηλά κοντά στα 100 δολάρια που είχε αγγίξει η μετοχή στα τέλη του 1999, η Amazon έφτασε να διαπραγματεύεται κοντά στα 6 δολάρια το 2001. Παράλληλα, ολόκληρο το οικοσύστημα των dot-com βίωνε μια ιστορική κατάρρευση. Υπολογίζεται ότι μετά το σκάσιμο της φούσκας χάθηκαν συνολικά περίπου 5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία παγκοσμίως. Εταιρείες που αποτιμούνταν σε δισεκατομμύρια έκλειναν μέσα σε εβδομάδες, και επενδυτές έβλεπαν τις τοποθετήσεις τους να μηδενίζονται.
Η Amazon είχε ξεκινήσει το 1994 ως ένα μικρό ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο, με τον Μπέζος να συστήνει την εταιρεία ως «το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο στη Γη». Μέχρι το 2000, είχε ήδη αρχίσει να διευρύνει τις δραστηριότητές της, όμως αυτή ακριβώς η επέκταση την είχε καταστήσει ευάλωτη. Η κερδοφορία παρέμενε ζητούμενο, οι δαπάνες ήταν υψηλές και οι επενδυτές έχαναν την υπομονή τους με εταιρείες που υπόσχονταν ανάπτυξη αντί για κέρδη.
Αντιδράσεις: Ο Μπέζος επιλέγει πορεία αντίθετη από τον κλάδο
Ο Τζεφ Μπέζος δεν αντέδρασε με τον τρόπο που θα ανέμενε κανείς. Δεν επιδίωξε εντυπωσιακές ανακοινώσεις για να καθησυχάσει τους αναλυτές, ούτε άλλαξε τη στρατηγική κατεύθυνση της εταιρείας για να εξυπηρετήσει βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις. Τον Ιανουάριο του 2001 ανακοίνωσε περικοπή 1.300 θέσεων εργασίας, που αντιστοιχούσε στο 15% του συνολικού εργατικού δυναμικού. «Καμία εταιρεία δεν χαίρεται με τέτοιες αποφάσεις», δήλωσε ο ίδιος, «αλλά ήταν σαφώς η σωστή επιχειρηματική απόφαση.» Η κίνηση αυτή σηματοδοτούσε μια συνειδητή στροφή στις προτεραιότητες.
Παράλληλα, ο Μπέζος έβαλε τέλος σε projects που δεν απέδιδαν άμεσα αποτελέσματα και στράφηκε στον πυρήνα της επιχείρησης: βιβλία, μουσική και βίντεο. Οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνθηκαν στην εξυπηρέτηση πελατών και στην αποτελεσματικότητα των logistics. Ωστόσο, η πιο κρίσιμη απόφαση ήταν αυτή που αντιστρατευόταν ανοιχτά τη μόδα του κλάδου. Ενώ η κυρίαρχη λογική εκείνη την εποχή ήταν το outsourcing — να μην κρατάς τίποτα «βαρύ» στην εταιρεία — ο Μπέζος αρνήθηκε να κλείσει τα κέντρα αποθήκευσης και διαχείρισης παραγγελιών.
Το eBay λειτουργούσε εκείνη την περίοδο χωρίς αποθήκες, χωρίς στοκ και χωρίς δικό του μηχανισμό logistics, και αυτό το μοντέλο θεωρούνταν ο σωστός δρόμος. Η Amazon επέμενε να διατηρεί τις δικές της υποδομές και δεχόταν έντονη κριτική γι’ αυτή την επιλογή. Ο Μπέζος, μαζί με τον Τζεφ Γουίλκι, που είχε αναλάβει τότε καίριο ρόλο στη διοίκηση, έβλεπε τα κέντρα αυτά όχι ως βάρος αλλά ως θεμέλιο για τη μελλοντική ανάπτυξη. Αυτή η στρατηγική επιμονή στις ιδιόκτητες υποδομές αποδείχθηκε, με την πάροδο του χρόνου, μια από τις πιο καθοριστικές επιλογές στην εξέλιξη της εταιρείας.




