Η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στα ίδια επίπεδα με εκείνα του έτους 2000, παρά τις σημαντικές αναπτυξιακές επιδόσεις της τελευταίας περιόδου. Αυτό αναδεικνύει η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΣΕΒ, αποκαλύπτοντας ένα βαθύ δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι κατατάσσονται σταθερά μεταξύ εκείνων που εργάζονται τις περισσότερες ώρες ετησίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο η αξία που παράγεται ανά ώρα εργασίας παραμένει πολύ χαμηλή. Το «παράδοξο» αυτό οφείλεται, σύμφωνα με τη μελέτη, σε βαθιές δομικές παθογένειες — όχι σε έλλειψη εργατικότητας.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την παραγωγικότητα εργασίας
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς τις ώρες απασχόλησης ανά εργαζόμενο. Παρόλα αυτά, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη πιο χαμηλά κινείται η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, η οποία περιορίζεται στο 43% του ευρωπαϊκού μέσου. Η μελέτη του ΙΟΒΕ τονίζει ότι η παραγωγικότητα σήμερα δεν ξεπερνά τα επίπεδα του 2000 — δηλαδή παραμένει στο ίδιο σημείο που βρισκόταν πριν από 25 χρόνια. Η απόσταση από τα ευρωπαϊκά πρότυπα παραμένει σημαντική στην πλειονότητα των κλάδων της οικονομίας.
Η κλαδική ανάλυση αναδεικνύει ανησυχητικό εύρος υστέρησης σε ολόκληρη την οικονομία. Στον πρωτογενή τομέα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 27η θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ-27 — δηλαδή την τελευταία θέση. Στον τομέα των υπηρεσιών, η κατάταξη βελτιώνεται ελαφρά, φτάνοντας στη 19η θέση, χωρίς όμως να πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο. Τα στοιχεία αυτά καθιστούν αδύνατη μια βιώσιμη και μακροπρόθεσμη αύξηση των μισθών, αν δεν αντιμετωπιστούν οι υποκείμενες αιτίες.

Το χάσμα μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων
Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ευρήματα της μελέτης αφορά τη διαφορά παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους υπολείπονται κατά 17% των αντίστοιχων ευρωπαϊκών — ένα χάσμα διαχειρίσιμο, που δείχνει ότι σε αυτές τις μονάδες η Ελλάδα πλησιάζει τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αντίθετα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με έως 9 εργαζόμενους υπολείπονται κατά 55% των αντίστοιχων ευρωπαϊκών — ένα χάσμα τεράστιο που εξαιρετικά δύσκολα κλείνει. Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων ανήκει στην κατηγορία των πολύ μικρών, το αντίκτυπο στη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας είναι δυσανάλογα αρνητικό.
Η υπερεκπροσώπηση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων συνδέεται άμεσα με τη στασιμότητα της παραγωγικότητας. Οι μικρές μονάδες δυσκολεύονται να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες και στην αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να παράγουν λιγότερη αξία ανά εργαζόμενο. Παράλληλα, η χαμηλή παραγωγικότητα λειτουργεί ως ο βασικός περιοριστικός παράγοντας για την αύξηση των μισθών, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που αναπαράγεται διαχρονικά. Η μελέτη επισημαίνει ρητά ότι χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας, η διατηρήσιμη άνοδος των εισοδημάτων παραμένει ανέφικτη.
Ανάπτυξη μέσω απασχόλησης και τα όριά της
Η μελέτη επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας, και λιγότερο στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνατότητες για διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων παραμένουν περιορισμένες, όσο η παραγωγή αξίας ανά εργαζόμενο δεν βελτιώνεται ουσιαστικά. Η μακροχρόνια σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά εισοδηματικά επίπεδα, που αποτελεί βασικό στόχο, δεν μπορεί να επιτευχθεί αν το παραγωγικό υπόδειγμα δεν αναβαθμιστεί δομικά. Ουσιαστικά, η ανάπτυξη που βασίζεται μόνο στην αύξηση του αριθμού των εργαζομένων έχει φυσικά όρια και εξαντλείται.
Τα συμπεράσματα του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η χώρα εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους του ευρωπαϊκού μέσου τα τελευταία χρόνια, ωστόσο αυτοί οι ρυθμοί δεν μεταφράζονται αυτόματα σε βελτίωση της παραγωγικότητας. Χωρίς τα «γρανάζια» που λείπουν — επενδύσεις σε τεχνολογία, αναβάθμιση δεξιοτήτων, μεγαλύτερες και πιο ανταγωνιστικές επιχειρηματικές μονάδες — η σύγκλιση με την Ευρώπη παραμένει δύσκολη. Η μελέτη αποτελεί σαφή έκκληση για δομικές μεταρρυθμίσεις που θα θέσουν τα θεμέλια για αύξηση της παραγωγικότητας και — τελικά — των εισοδημάτων.




