Η Κούβα ζει μέρες βαθιάς αγωνίας και αβεβαιότητας. Η οικονομική κατάρρευση, οι ατέλειωτες διακοπές ρεύματος και η χρόνια έλλειψη καυσίμων έχουν ήδη μετατρέψει την καθημερινότητα των πολιτών σε πραγματικό αγώνα επιβίωσης, σύμφωνα με ανάλυση του CNN. Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η αίσθηση ότι «κάτι κακό έρχεται» έχει αρχίσει να διαχέεται σε όλα τα στρώματα της κουβανικής κοινωνίας. Οι αρχές της Αβάνας δεν κρύβουν πλέον την ανησυχία τους: καλούν ανοιχτά τους πολίτες να προετοιμαστούν για «υποθετική στρατιωτική επίθεση», ενώ κρατικές υπηρεσίες και κτίρια καταρτίζουν με επίσπευση σχέδια έκτακτης ανάγκης.
Η επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στην Αβάνα — μια κίνηση που δεν είχε ανακοινωθεί εκ των προτέρων — άνοιξε εκ νέου ένα κεφάλαιο που έμοιαζε να ανήκει οριστικά στον Ψυχρό Πόλεμο. Οι φωτογραφίες που δημοσιοποίησε η ίδια η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών είχαν έντονο συμβολισμό: βαριές κουρτίνες συσκότισης, ψυχροί χώροι συναντήσεων και Κουβανοί αξιωματούχοι απέναντι σε Αμερικανούς πράκτορες με καλυμμένα πρόσωπα. Για το καθεστώς της Αβάνας, η CIA εξακολουθεί να φέρει το βάρος μερικών από τις πιο σκοτεινές στιγμές στην ιστορία των διμερών σχέσεων, από τις επανειλημμένες απόπειρες δολοφονίας του Φιντέλ Κάστρο έως την καταστροφική αποτυχία της επιχείρησης στον Κόλπο των Χοίρων. Η συμβολική βαρύτητα της επίσκεψης δεν πέρασε απαρατήρητη από την κουβανική κοινωνία, που κρατά ζωντανή στη μνήμη της τις παλιές εχθροπραξίες.
Η επίσκεψη Ράτκλιφ και ο φόβος νέας σύγκρουσης
Παράλληλα με την επίσκεψη του αρχηγού της CIA, κυκλοφόρησαν πληροφορίες για πιθανή δίωξη του Ραούλ Κάστρο, αδελφού του ιστορικού ηγέτη της κουβανικής επανάστασης. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έντονη αίσθηση, καθώς οι Κουβανοί βλέπουν σε κάθε κίνηση της Ουάσιγκτον μια αναβίωση των παλιών εχθροπραξιών με το μεγαλύτερο γείτονά τους. Το μήνυμα της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πλέον ξεκάθαρο, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN: η εποχή των διαπραγματεύσεων και των διστακτικών ανοιγμάτων έχει τελειώσει, και η πίεση προς την Αβάνα εισέρχεται σε μια ποιοτικά νέα φάση. Αμερικανοί αξιωματούχοι κατηγορούν ανοιχτά την Κούβα ότι φιλοξενεί ρωσικές και κινεζικές εγκαταστάσεις παρακολούθησης στο έδαφός της, λειτουργώντας ουσιαστικά ως γεωπολιτικό εργαλείο εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή.
Ωστόσο, η κουβανική κυβέρνηση επιμένει στην άρνησή της. Οι αρχές της Αβάνας υποστηρίζουν κατηγορηματικά ότι το νησί δεν αποτελεί καμία απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ότι η σκληρή στάση της Ουάσιγκτον είναι αυτή που σπρώχνει τη χώρα σε πλήρη οικονομική ασφυξία. Σε αυτό το πλαίσιο έντονης αντιπαράθεσης, η κουβανική ηγεσία φαίνεται να επιλέγει συνειδητά τον δρόμο της αντίστασης και της επίδειξης βούλησης, έστω και με τα λιγοστά μέσα που έχει στη διάθεσή της. Η ψαλίδα μεταξύ των δύο θέσεων παραμένει τεράστια, χωρίς καμία ένδειξη διπλωματικής προσέγγισης στον ορίζοντα.
Στρατιωτικές ασκήσεις και ο «πόλεμος όλου του λαού»
Τις τελευταίες ημέρες, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κούβας μεταδίδουν αδιάκοπα πλάνα στρατιωτικής εκπαίδευσης πολιτών. Άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας συμμετέχουν σε ασκήσεις ανταρτοπολέμου, κρατούν όπλα σοβιετικής προέλευσης και εκπαιδεύονται σε τακτικές αντίστασης απέναντι σε υπέρτερο αντίπαλο. Η στρατηγική που ακολουθεί η Αβάνα παραμένει πιστή στο δόγμα που είχε δομήσει ο Φιντέλ Κάστρο δεκαετίες πριν: τον «πόλεμο όλου του λαού», σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση εξωτερικής εισβολής ο ίδιος ο πληθυσμός θα μετατραπεί σε ενεργό δύναμη αντίστασης. Σε ορισμένα από τα βίντεο που κυκλοφόρησαν, στρατιώτες μετακινούν αντιαεροπορικά πυροβόλα με τη βοήθεια βοδιών — εικόνες που αποκαλύπτουν τόσο την οικτρή έλλειψη σύγχρονου εξοπλισμού όσο και την αποφασιστικότητα του καθεστώτος να μεταδώσει το μήνυμα ότι δεν σκοπεύει να υποχωρήσει.
Σε αυτό το κλίμα πολεμικής έντασης, ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ επέλεξε την Πρωτομαγιά για να εμφανιστεί με ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, αξιοποιώντας τη συμβολική φόρτιση της ημέρας ως σήμα λαϊκής ενότητας και αντίστασης. Η Κούβα, μια μικρή χώρα με βαθιές πληγές και εξαντλημένο λαό, αντιμετωπίζει πλέον το φάσμα μιας νέας κρίσης που παραπέμπει απευθείας στις πιο ζοφερές σελίδες του παρελθόντος. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αμήχανα εξελίξεις που απειλούν να ανάψουν εκ νέου μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές εστίες του δυτικού ημισφαιρίου, με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή και πέρα από αυτήν.




