Ο Τραμπ απέσυρε αγωγή 10 δισ. κατά της IRS
Διεθνή

Ο Τραμπ απέσυρε αγωγή 10 δισ. κατά της IRS

18 Μαΐου 2026|3 λεπτά ανάγνωση

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μαζί με τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ και την Trump Organization, απέσυραν οικειοθελώς τη Δευτέρα την αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχαν καταθέσει κατά της αμερικανικής Εφορίας (IRS), σύμφωνα με δικαστικό έγγραφο που κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μαϊάμι. Η απόσυρση έγινε «με προκατάληψη», γεγονός που σημαίνει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν πλέον δικαίωμα να επανακαταθέσουν τις ίδιες νομικές αξιώσεις στο μέλλον.

Τι ήταν η αγωγή κατά της IRS

Η αγωγή κατατέθηκε τον Ιανουάριο του 2026, όταν ο Τραμπ μαζί με τους γιους του και την οικογενειακή εταιρεία στράφηκαν κατά της IRS και του υπουργείου Οικονομικών, ζητώντας αποζημιώσεις τουλάχιστον 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η βάση της αγωγής ήταν ότι η υπηρεσία δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψει τον πρώην εξωτερικό της συνεργάτη, Τσαρλς Λίτλτζον, από το να διαρρεύσει παράνομα τις φορολογικές δηλώσεις του Τραμπ σε μέσα ενημέρωσης. Ο Τραμπ κατέθεσε την αγωγή υπό την ιδιότητα του απλού πολίτη και όχι ως εν ενεργεία πρόεδρος, κάτι που από μόνο του έθεσε πρωτοφανή νομικά ζητήματα. Η αξίωση των 10 δισεκατομμυρίων βασίστηκε σε επιθετική ερμηνεία του φορολογικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία κάθε αναγνώστης των δημοσιευμάτων που είδε τα δεδομένα αποτελεί ξεχωριστή παράνομη «γνωστοποίηση» με αποζημίωση 1.000 δολαρίων.

Οι διαρροές αφορούσαν φορολογικά έγγραφα που δημοσιεύτηκαν από τις New York Times και την ProPublica τα έτη 2019 και 2020. Τα έγγραφα αποκάλυπταν ότι για πολλά χρόνια ο Τραμπ κατέβαλε ελάχιστους ή καθόλου ομοσπονδιακούς φόρους εισοδήματος, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των Times το 2020. Ο Λίτλτζον κατηγορήθηκε από τους εισαγγελείς το 2023 για τη διαρροή των φορολογικών στοιχείων όχι μόνο του Τραμπ, αλλά και χιλιάδων άλλων εύπορων Αμερικανών, ενεργώντας φερόμενα για πολιτικούς λόγους. Το 2024 δήλωσε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών.

Ντόναλντ Τραμπ αγωγή κατά IRS αμερικανική εφορία

Νομικές αντιδράσεις και συνταγματικά ερωτήματα

Η αγωγή του Τραμπ κατά της IRS προκάλεσε έντονη ανησυχία στον νομικό κόσμο των ΗΠΑ, καθώς έθεσε ένα πρωτοφανές ερώτημα: μπορεί ένας εν ενεργεία πρόεδρος να στρέφεται δικαστικά κατά της ίδιας του της κυβέρνησης; Το Σύνταγμα των ΗΠΑ προβλέπει ότι τα ομοσπονδιακά δικαστήρια εξετάζουν μόνο πραγματικές διαφορές μεταξύ διαδίκων με αντικρουόμενα συμφέροντα. Μια ομάδα πρώην υψηλόβαθμων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων πρώην διοικητής της IRS, παρενέβη με νομικό υπόμνημα επισημαίνοντας σοβαρές αδυναμίες στη νομική θεμελίωση της αγωγής και κίνδυνο «συμπαιγνιακής δίκης». Η επιφυλακτικότητα αυτή αντικατοπτρίστηκε και στη στάση του δικαστηρίου.

Η δικαστής του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου στο Μαϊάμι, Κάθλιν Γουίλιαμς, είχε επισημάνει τον περασμένο μήνα ότι δεν ήταν σαφές εάν οι δύο πλευρές πληρούσαν την προϋπόθεση των «πραγματικά αντίδικων» που απαιτεί το Σύνταγμα για να υπάρξει ομοσπονδιακή δικαιοδοσία. Είχε ορίσει δικάσιμο για τις 27 Μαΐου προκειμένου να αποφανθεί αν θα απορρίψει την υπόθεση. Η οικειοθελής απόσυρση της αγωγής από τον Τραμπ ήρθε πριν φτάσει η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου για αυτή την κρίσιμη κρίση.

Τι ακολουθεί — πιθανός διακανονισμός στο παρασκήνιο

Η απροσδόκητη απόσυρση της αγωγής ήρθε αμέσως μετά από δημοσιεύματα αμερικανικών ΜΜΕ που ανέφεραν ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ εξετάζει έναν συνολικό διακανονισμό. Σύμφωνα με αυτά τα δημοσιεύματα, ο διακανονισμός θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη δημιουργία ειδικού ταμείου ύψους 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποζημίωση προσώπων και οργανισμών που ισχυρίζονται ότι στοχοποιήθηκαν πολιτικά, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται σύμμαχοι του Τραμπ και τμήμα των κατηγορουμένων για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου. Ωστόσο, δεν έχουν γίνει γνωστοί οι επίσημοι λόγοι της απόσυρσης, ούτε επιβεβαιώθηκε κάποιος συμβιβασμός από τις δύο πλευρές. Παράλληλα, η απόσυρση «με προκατάληψη» κλείνει οριστικά τον δρόμο για επανακατάθεση των ίδιων αξιώσεων, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι κάποια μορφή ιδιωτικής συμφωνίας μπορεί να έχει ήδη επιτευχθεί στο παρασκήνιο.

Σχετικά άρθρα