Η υπηρεσία «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου Θεσσαλονίκης λειτουργεί εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, προσφέροντας καθημερινή φροντίδα σε μοναχικούς και άτεκνους ηλικιωμένους της πόλης. Σήμερα, 20 εργαζόμενοι εξυπηρετούν τακτικά 235 δημότες, αναλαμβάνοντας ρόλο που ξεπερνά κατά πολύ τα συνηθισμένα καθήκοντα μιας κοινωνικής υπηρεσίας. Οι αιτήσεις για ένταξη στο πρόγραμμα αυξάνονται συνεχώς, καθώς ο πληθυσμός της πόλης γερνάει και η ανάγκη για οργανωμένη κοινωνική φροντίδα γίνεται ολοένα πιο επιτακτική.
Τι κάνουν οι εργαζόμενοι της υπηρεσίας
Το εύρος των υπηρεσιών που προσφέρουν οι εργαζόμενοι της «Βοήθειας στο Σπίτι» είναι εντυπωσιακό. Κάνουν τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, πληρώνουν τους λογαριασμούς, συμμαζεύουν και καθαρίζουν το σπίτι, ενώ αναλαμβάνουν και τη συνταγογράφηση φαρμάκων. Παράλληλα, συνοδεύουν τους ηλικιωμένους στους γιατρούς για τις απαραίτητες εξετάσεις και φροντίζουν ακόμη και για μικρές καθημερινές ανάγκες, όπως το να πάνε τα ρούχα τους στον ράφτη. Στην ουσία, οι εργαζόμενοι αυτοί αναλαμβάνουν τον ρόλο του παιδιού που οι ωφελούμενοι δεν έχουν ή που βρίσκεται μακριά και αδυνατεί να παρέχει αυτές τις υπηρεσίες.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή μιας ηλικιωμένης γυναίκας από την Τούμπα, μοναχικής και άγαμης, της οποίας τα πόδια ήταν σε πολύ κακή κατάσταση — τόσο κακή, που αδυνατούσε να φοράει παπούτσια και κυκλοφορούσε μόνιμα με παντόφλες. Οι φροντιστές της υπηρεσίας δεν περιορίστηκαν στα τυπικά καθήκοντά τους: την μετέφεραν σε κέντρο ποδολογίας για να της περιποιηθούν τα άκρα, σε κομμωτήριο για το πρόβλημα ψωρίασης στα μαλλιά της, και της αγόρασαν καινούργια ρούχα, εσώρουχα και πιτζάμες. Ανέλαβαν επίσης, σε συνεργασία με λογιστή, τις οικονομικές εκκρεμότητές της προς τον ΕΝΦΙΑ.
«Λειτουργούμε σαν τα παιδιά που δεν έχουν…», επισημαίνει η κοινωνική λειτουργός Πετρούλα Παναγιωτίδου, που εντάχθηκε στην υπηρεσία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ενώ διαθέτει δεκαετή εμπειρία στον τομέα. Χαρακτηρίζει τη δουλειά αυτή «μεγάλο σχολείο» και περιγράφει πώς στην αρχή οι ωφελούμενοι είναι επιφυλακτικοί, αλλά με τον χρόνο αναπτύσσεται μεταξύ τους μια σχέση οικειότητας και βαθιάς εμπιστοσύνης. «Οφείλουμε να παρέχουμε σε αυτούς τους ανθρώπους ανακουφιστική παρηγοριά, ενσυναίσθηση και συμπόνοια», καταλήγει η ίδια.
Ανθρώπινοι δεσμοί και συναισθηματικές σχέσεις
Πέρα από την πρακτική βοήθεια, η «Βοήθεια στο Σπίτι» προσφέρει κάτι εξίσου πολύτιμο: ανθρώπινη επαφή. Οι ηλικιωμένοι επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους φροντιστές τους για ευχές, για να ρωτήσουν για τα νέα της ημέρας, ή απλώς για μια «καλημέρα». Τους αποκαλύπτουν βιώματα από το παρελθόν, μιλούν για τις σχέσεις τους με συγγενικά πρόσωπα, ακόμη και αν έχουν υποστεί κάποια μορφή κακομεταχείρισης — στοιχεία που κάνουν τη δουλειά των φροντιστών να λειτουργεί και ως μηχανισμός έγκαιρης κοινωνικής ανίχνευσης.
«Έχουμε περιστατικά που τα εξυπηρετούμε για χρόνια και όταν κάτι τους συμβαίνει, οι συνάδελφοι στεναχωριούνται σαν να χάνουν δικό τους άνθρωπο», λέει η διοικητική υπάλληλος Μάγδα Πανώρια, που δέχεται τις τηλεφωνικές κλήσεις για την κάλυψη των αναγκών των ηλικιωμένων. Η ίδια τονίζει ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί που αναπτύσσονται στο πλαίσιο αυτής της εργασίας είναι ιδιαίτερα ισχυροί. Η κ. Παναγιωτίδου συμπληρώνει πως οι ωφελούμενοι αποκαλύπτουν ευαίσθητα προσωπικά θέματα που αφορούν τόσο τις οικογενειακές τους σχέσεις όσο και περιπτώσεις κακομεταχείρισης, καθιστώντας τους φροντιστές συχνά τον μοναδικό σύνδεσμο των ηλικιωμένων με τον κοινωνικό ιστό.
Η αρχική επαφή για ένταξη στο πρόγραμμα γίνεται είτε από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους είτε από συγγενικά πρόσωπα. Το γεγονός ότι οι αιτήσεις αυξάνονται συνεχώς αντανακλά μια ευρύτερη δημογραφική πραγματικότητα: ο πληθυσμός γερνάει και ολοένα περισσότεροι ηλικιωμένοι ζουν μόνοι, χωρίς οικογενειακό δίχτυ ασφαλείας. Η υπηρεσία του Δήμου Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως ένα πρακτικό μοντέλο οργανωμένης κοινωνικής φροντίδας που καλύπτει αυτό ακριβώς το κενό.




