Ήταν απόγευμα 28ης Μαΐου 1997 όταν ο 42χρονος εφοπλιστής Κωστής Περατικός κατέβηκε από το γραφείο του στον Πειραιά μαζί με τον πατέρα του Μιχάλη και τον αδελφό του Νίκο. Σκοπός του ήταν να παραλάβει το αυτοκίνητό του από το πάρκινγκ του λιμανιού και να επιστρέψει στην Αθήνα. Χαμογελαστός και ανύποπτος, έκανε νόημα στον πατέρα του ότι θα τα έλεγαν λίγο αργότερα. Δεν θα υπήρχε, όμως, «αργότερα» για τον Κωστή Περατικό — μέσα σε λίγα λεπτά, η ζωή του θα είχε τελειώσει βίαια στη μέση του δρόμου.
Στη συμβολή των οδών Φίλωνος και Φιλελλήνων, ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Σάββας Ξηρός τού έκλεισαν τον δρόμο και τον σκότωσαν εν ψυχρώ. Ο Κωστής Περατικός ήταν εντελώς αφύλακτος — χωρίς καμία αστυνομική ή ιδιωτική φρούρηση. Στο τιμόνι του λευκού βαν με το οποίο οι δολοφόνοι είχαν στήσει την ενέδρα βρισκόταν ο Βασίλης Ξηρός, νεότερος αδελφός του Σάββα. Η επιχείρηση, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε όπως είχε σχεδιαστεί: το βαν αρνήθηκε να ξεκινήσει, καθώς η μπαταρία του είχε αδειάσει. Διακομισθείς στο Τζάνειο Νοσοκομείο, ο 42χρονος εφοπλιστής διαπιστώθηκε νεκρός κατά την άφιξή του.
Η φυγή των δολοφόνων και η αρπαγή ταξί
Σύμφωνα με την ομολογία του Βασίλη Ξηρού, ήταν ο Κουφοντίνας που έδωσε το σύνθημα να εγκαταλείψουν το όχημα και να φύγουν με τα πόδια από τον τόπο του εγκλήματος. Ένας αστυνομικός από το Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά, που βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο, πυροβόλησε εναντίον τους μόλις κατάλαβε τι συνέβαινε. Οι τρομοκράτες ανταπέδωσαν τα πυρά και συνέχισαν να τρέχουν. Λίγα μέτρα παρακάτω σταμάτησαν ένα ταξί: ο Κουφοντίνας απείλησε με το όπλο τόσο τον οδηγό όσο και την επιβάτιδα που βρισκόταν μέσα. Με «οδηγό» πλέον τον ίδιο τον αρχιδολοφόνο της 17 Νοέμβρη — που είχε χαρακτηριστεί «Φαρμακοχέρης» — οι τρεις τους απομακρύνθηκαν και έφτασαν στο δεύτερο όχημα διαφυγής. Πίσω τους, στο σημείο της δολοφονίας, ο κόσμος μαζευόταν δίπλα στον Κωστή Περατικό καθώς εκείνος ξεψυχούσε μόνος.
Παράλληλα με τη φυγή τους, οι δολοφόνοι φρόντισαν να κοινοποιήσουν το έγκλημά τους. Λίγες ώρες μετά τη δολοφονία, η 17 Νοέμβρη έστειλε προκήρυξη στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, συνδέοντας τη στόχευση του Περατικού με τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και τον εφοπλιστικό όμιλο της οικογένειάς του. Στην ίδια προκήρυξη αποκαλύφθηκε ότι η δολοφονία είχε αρχικά σχεδιαστεί για τον Ιούνιο του 1995, όταν τα ναυπηγεία λειτουργούσαν υπό τον έλεγχο του ομίλου, και ότι «η απόπειρα επανελήφθη την άνοιξη του 1996». Δηλαδή, ο Κωστής Περατικός είχε καταδικαστεί σε θάνατο από την τρομοκρατική οργάνωση τουλάχιστον δύο χρόνια πριν εκτελεστεί.
Το αποτύπωμα που μίλησε πέντε χρόνια αργότερα
Κατά την έρευνα στο λευκό βαν που οι δράστες εγκατέλειψαν στον τόπο της δολοφονίας, οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα δακτυλικό αποτύπωμα. Το εύρημα παρέμενε για χρόνια «τυφλό», καθώς δεν υπήρχε με ποιον να διασταυρωθεί. Η απάντηση ήρθε πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2002, όταν ο Σάββας Ξηρός τραυματίστηκε σοβαρά κατά την απόπειρά του να τοποθετήσει βόμβα σε εκδοτήρια ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Τότε η αστυνομία κατάφερε να ταυτοποιήσει το αποτύπωμα από το βαν της δολοφονίας του Περατικού με εκείνον. Ήταν μία από τις σπάνιες στιγμές που ένα υλικό τεκμήριο από εγκλήματα της 17Ν συνέδεσε αδιάσειστα έναν μέλος της οργάνωσης με συγκεκριμένη πράξη — μία σύνδεση που τελικά βοήθησε να ξετυλιχθεί το κουβάρι της τρομοκρατικής δράσης δεκαετιών.
Ωστόσο, πίσω από κάθε δικαστική εξέλιξη και κάθε ταυτοποίηση, παρέμενε η ανεπούλωτη πληγή μιας οικογένειας. Ο πατέρας του Μιχάλης Περατικός, που εκείνο το απόγευμα της 28ης Μαΐου αποχαιρέτησε χαμογελαστά τον γιο του και δεν τον ξανάδε ζωντανό, αγωνίστηκε για χρόνια για να βρεθεί δικαιοσύνη. Η δολοφονία του Κωστή Περατικού αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ελληνικής τρομοκρατίας — ένα έγκλημα που σχεδιάστηκε με ψυχρή αποφασιστικότητα, εκτελέστηκε στη μέση της μέρας και άφησε πίσω του μία οικογένεια να μετράει τα χρόνια χωρίς απαντήσεις.




