Η υπογεννητικότητα εξαπλώνεται με ρυθμό που αιφνιδιάζει ακόμη και τους ειδικούς. Σε περισσότερες από τις δύο στις τρεις χώρες του κόσμου οι γεννήσεις δεν επαρκούν για τη φυσική ανανέωση του πληθυσμού, ενώ οι ερευνητές αρχίζουν να δείχνουν με το δάχτυλο έναν νέο ένοχο: τις ψηφιακές συσκευές και τις πλατφόρμες που κυριαρχούν στη ζωή των νέων παγκοσμίως.
Τι έγινε: Η δημογραφική κρίση επιταχύνεται
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σε 66 χώρες ο μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα βρίσκεται κοντά στο ένα, ενώ σε ορισμένες χώρες το πιο συνηθισμένο σενάριο είναι πλέον μια γυναίκα να μην αποκτήσει καθόλου παιδιά. Η ταχύτητα της πτώσης ξεπερνά κάθε πρόβλεψη: ο ΟΗΕ είχε υπολογίσει 350.000 γεννήσεις στη Νότια Κορέα για το 2023, όμως στην πραγματικότητα καταγράφηκαν μόλις 230.000 — μια απόκλιση που αναγκάζει δημογράφους και κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν τα μοντέλα τους.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο, αλλά η επιτάχυνσή του είναι. Οι χώρες υψηλού και μεσαίου εισοδήματος αντιμετωπίζουν τη δημογραφική συρρίκνωση εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Ωστόσο, τα τελευταία 10 χρόνια η πτώση έχει επιταχυνθεί αισθητά, σε βαθμό που οι παραδοσιακές οικονομικές εξηγήσεις — κόστος ζωής, εργασιακή αβεβαιότητα, στεγαστικό πρόβλημα — δεν αρκούν για να ερμηνεύσουν την ξαφνική κατακόρυφη πτώση. Παράλληλα, χώρες που παλαιότερα παρουσίαζαν υψηλούς δείκτες γονιμότητας βλέπουν τα ποσοστά τους να καταρρέουν σε διάστημα μίας μόνο γενιάς.
Δυσαρεστημένοι με τις καθαρά οικονομικές ερμηνείες, οι ερευνητές στρέφουν πλέον το βλέμμα τους αλλού. Η πιο πρόσφατη κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τη χρήση ψηφιακών συσκευών και πλατφορμών από τους νέους. Τα smartphones, τα social media και η κουλτούρα του doomscrolling αλλάζουν τον τρόπο που οι νέοι ενήλικες οικοδομούν σχέσεις, διαχειρίζονται τον χρόνο τους και αντιλαμβάνονται την έννοια της οικογένειας.
Αντιδράσεις και πλαίσιο: Οι συνέπειες για κοινωνία και οικονομία
Ο Jesús Fernández-Villaverde, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και κορυφαίος ερευνητής στις συνέπειες της δημογραφικής αλλαγής, δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. «Η μείωση της γονιμότητας είναι το μεγάλο ερώτημα της εποχής μας», δηλώνει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι σχεδόν όλα τα σύγχρονα προβλήματα πηγάζουν από την κατάρρευση των ποσοστών γεννήσεων: «Όλα τα υπόλοιπα έπονται.» Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η γήρανση του πληθυσμού συρρικνώνει το εργατικό δυναμικό και λειτουργεί ως τροχοπέδη στην παραγωγικότητα και στο βιοτικό επίπεδο.
Το παράδειγμα της Ιαπωνίας λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα για τον υπόλοιπο κόσμο. Η οικονομική στασιμότητα της χώρας από τη δεκαετία του 1990 εξηγείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, τα οποία έχουν συρρικνώσει δραματικά τον πληθυσμό της σε ηλικία εργασίας. Η δημοσιονομική πίεση από τις διογκούμενες δαπάνες για συντάξεις και περίθαλψη παραγκωνίζει τις επενδύσεις σε υποδομές, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας αίσθησης παρακμής που τροφοδοτεί την αντισυστημική πολιτική. Το ίδιο μοτίβο φαίνεται να επαναλαμβάνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν ότι ένας μικρότερος πληθυσμός θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όμως μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων θα έχουν, στην καλύτερη περίπτωση, αμελητέο αντίκτυπο στις εκπομπές ρύπων τις επόμενες δεκαετίες. Επίσης, οι ερευνητές εντοπίζουν ένα βαθύ «χάσμα γονιμότητας» ανάμεσα στο πόσα παιδιά θέλουν οι νέοι και στο πόσα τελικά αποκτούν — ένα χάσμα που τροφοδοτείται από καθημερινές προστριβές και απογοητεύσεις, στις οποίες η ψηφιακή υπερκατανάλωση διαδραματίζει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο.
Τι ακολουθεί: Η αναζήτηση λύσεων
Το δημογραφικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό και χωρίς εύκολες απαντήσεις. Οι ερευνητές αρχίζουν να διερευνούν πιο ενεργά τη σχέση smartphone και γονιμότητας, προσπαθώντας να κατανοήσουν αν και κατά πόσο οι ψηφιακές συνήθειες των νέων επηρεάζουν αποφάσεις ζωής όπως η δημιουργία οικογένειας. Η ταχύτητα με την οποία εξαπλώνεται η υπογεννητικότητα σε χώρες με πολύ διαφορετικά οικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά υποδηλώνει ότι κάποιος κοινός παρονομαστής — ίσως ακριβώς η ψηφιακή τεχνολογία — βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος. Κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί καλούνται να επανεξετάσουν τις πολιτικές τους, αφού τα υπάρχοντα μέτρα προ-γεννητικής υποστήριξης δεν φαίνεται να αντιστρέφουν την τάση.




