Υπό εξέταση παραμένει η σύμβαση πώλησης όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ταϊβάν, σύμφωνα με τις δηλώσεις που έκανε σήμερα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας. Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας διαβεβαίωσε ταυτόχρονα ότι η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο νησί δεν έχει μεταβληθεί, παρά τις εντάσεις που προκάλεσε η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο.
Τι Έγινε
Ο Ρούμπιο κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις γερουσιαστών κατά την ακρόασή του στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, όταν το θέμα της εκκρεμούς σύμβασης πώλησης όπλων στην Ταϊβάν ήρθε στο επίκεντρο. «Υπάρχει μια δεύτερη πώληση σε εξέλιξη και νομίζω ότι σε αυτήν αναφέρεστε, ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία εξετάζεται ακόμη», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός, αποσαφηνίζοντας την κατάσταση που είχε προκαλέσει ανησυχίες στη Γερουσία. Η δήλωση αυτή έγινε λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Πεκίνο, η οποία είχε εγείρει ερωτήματα για πιθανές αλλαγές στη στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στην Ταϊπέι.

Ο Ρούμπιο υπενθύμισε ότι τον Δεκέμβριο οι ΗΠΑ είχαν ήδη εγκρίνει μια άλλη, ακόμα μεγαλύτερη σε συμβολισμό, σύμβαση πώλησης όπλων στην Ταϊβάν, ύψους 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Την αποκάλεσε μάλιστα «τη σημαντικότερη που έχει γίνει ποτέ, μια κολοσσιαία αγορά», υπογραμμίζοντας έτσι τη δέσμευση των ΗΠΑ στην αμυντική θωράκιση του νησιού. Οι δύο σε αξία συμβάσεις — των 11,1 δισ. και των 14 δισ. δολαρίων — αποτελούν τις πλέον φιλόδοξες προμήθειες αμυντικού υλικού που η Ταϊβάν έχει ποτέ επιχειρήσει να αποκτήσει από τις ΗΠΑ.
Το νομικό πλαίσιο είναι σαφές: οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν επίσημα την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κράτος, ωστόσο δεσμεύονται νομικά να της παρέχουν αμυντικά μέσα. Η Κίνα, από την πλευρά της, θεωρεί το νησί αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της και δεν αποκλείει τη χρήση βίας προκειμένου να το καταλάβει. Σε αυτό το τεταμένο γεωπολιτικό σκηνικό, κάθε κίνηση των ΗΠΑ που αφορά αμυντικές συμφωνίες με την Ταϊπέι αποκτά βαρύνουσα σημασία για τους δύο μεγάλους ανταγωνιστές.

Αντιδράσεις και Πλαίσιο
Ο Ρούμπιο ήταν κατηγορηματικός ως προς τη στρατηγική κατεύθυνση της Ουάσινγκτον: «Δεν υπάρχει καμία αλλαγή στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ταϊβάν». Παράλληλα, επεξήγησε τον πυρήνα της αμερικανικής θέσης με ιδιαίτερη σαφήνεια: «Το πιο σημαντικό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι θέλουμε να διατηρηθεί το status quo όπως έχει αυτή τη στιγμή. Αυτή είναι η πολιτική μας, αυτό έχουμε πει, αυτό συνεχίζουμε να λέμε». Η έμφαση στη διατήρηση της ισορροπίας αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η αμερικανική προσέγγιση στο ζήτημα του Στενού της Ταϊβάν.
Ωστόσο, ο πρόεδρος Τραμπ είχε χαράξει διαφορετικό τόνο μετά την επιστροφή του από το Πεκίνο. Αρνήθηκε να δεσμευτεί για τις παραδόσεις όπλων που επιθυμεί η Ταϊπέι, αποκαλώντας τα όπλα «ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί» απέναντι στην Κίνα. Η διατύπωση αυτή είχε προκαλέσει ανησυχίες στους γερουσιαστές, οι οποίοι ζήτησαν από τον Ρούμπιο να αποσαφηνίσει εάν η Ουάσινγκτον σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την ασφάλεια της Ταϊβάν ως μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο. Ο υπουργός Εξωτερικών επιχείρησε να κατευνάσει τις ανησυχίες αυτές, επαναβεβαιώνοντας τη σταθερότητα της πολιτικής.
Ο Ρούμπιο παραδέχτηκε ότι πρόκειται για μια «πολύ ευαίσθητη σχέση που πρέπει να ισορροπηθεί», αναγνωρίζοντας τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ καθώς επιχειρούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα τις σχέσεις τους με τη Ταϊβάν και την Κίνα. Πρόσθεσε ότι η Κίνα σαφώς επιθυμεί αλλαγές στη στάση της Ουάσινγκτον, όμως «δεν υπάρχει καμία αλλαγή». Η τοποθέτηση αυτή στέλνει σαφές μήνυμα τόσο στο Πεκίνο όσο και στους συμμάχους της Ουάσινγκτον στην Ασία-Ειρηνικό ότι η αμερικανική δέσμευση απέναντι στην Ταϊβάν παραμένει απαραβίαστη.
Τι Ακολουθεί
Η εκκρεμής σύμβαση των 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων παραμένει στο τραπέζι του Λευκού Οίκου για αξιολόγηση, χωρίς να έχει δοθεί χρονοδιάγραμμα για την τελική απόφαση. Η Γερουσία φαίνεται να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, όπως αποδεικνύει και η άμεση ερώτηση προς τον Ρούμπιο κατά την ακρόαση. Η διαδικασία έγκρισης τέτοιων αμυντικών συμφωνιών περνά από πολλά στάδια διοικητικής και κογκρεσιανής αξιολόγησης, γεγονός που σημαίνει ότι η απόφαση για τα 14 δισ. δολάρια ενδέχεται να αργήσει, ενώ η γεωπολιτική κατάσταση στο Στενό της Ταϊβάν θα εξακολουθεί να δοκιμάζει τα ανακλαστικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.




