Σε ιστορικά υψηλά έφτασαν οι δαπάνες για πυρηνικά όπλα το 2025, με τις εννέα πυρηνικές δυνάμεις του πλανήτη να διαθέτουν συνολικά σχεδόν 119 δισεκατομμύρια δολάρια — ισοδύναμο με 3.768 δολάρια κάθε δευτερόλεπτο. Τα στοιχεία αυτά δόθηκαν στη δημοσιότητα από τη Διεθνή Εκστρατεία για την Κατάργηση των Πυρηνικών Όπλων (ICAN), σε νέα έκθεση που προειδοποιεί ανοιχτά για μια «νέα κούρσα εξοπλισμών». Η αύξηση σε σχέση με το 2024 αγγίζει το 19%, δηλαδή 17 δισεκατομμύρια δολάρια παραπάνω από πέρυσι.
Ποιες χώρες δαπάνησαν περισσότερα και πόσο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAN, οι εννέα χώρες που κατέχουν πυρηνικά οπλοστάσια είναι οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ινδία, το Ισραήλ, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα. Κάθε μία από αυτές αύξησε τις σχετικές δαπάνες της κατά το παρελθόν έτος, γεγονός που καθιστά το ρεκόρ ομόφωνο και ανησυχητικό. Η αύξηση αποδίδεται στη συνεχιζόμενη αναβάθμιση των οπλοστασίων, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και στα μακροπρόθεσμα εξοπλιστικά προγράμματα που έχουν ήδη δρομολογηθεί. Με φόντο τις εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, η εκστρατεία χαρακτηρίζει αυτή την κατάσταση ως «νέα κούρσα εξοπλισμών» που αναμένεται να διαρκέσει δεκαετίες.

Πρώτη στη λίστα δαπανών βρίσκεται η Ουάσιγκτον, που διέθεσε 69,2 δισεκατομμύρια δολάρια — ποσό αυξημένο κατά 12,4 δισεκατομμύρια σε σχέση με το 2024 και μεγαλύτερο από τις δαπάνες όλων των υπολοίπων χωρών μαζί. Δεύτερη ακολουθεί η Κίνα, με δαπάνες που εκτιμώνται σε 13,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Βρετανία κατατάσσεται τρίτη με 12,6 δισεκατομμύρια. Η Ρωσία διέθεσε 9,5 δισεκατομμύρια δολάρια για τα πυρηνικά της οπλοστάσια. Αθροιστικά, οι εννέα χώρες δαπάνησαν κατά τα τελευταία πέντε χρόνια πάνω από 470 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά για πυρηνικά όπλα, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή ανοδική τάση χωρίς σημεία αναστροφής.
Αντιδράσεις της ICAN και η ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη
Η ICAN, στην οποία είχε απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 2017, εκφράζει ανοιχτή ανησυχία για την κατεύθυνση αυτή. Η Σούζι Σνάιντερ, διευθύντρια προγραμμάτων της οργάνωσης και μία από τις συγγραφείς της έκθεσης, δεν δίστασε να περιγράψει με απόλυτη σαφήνεια την αίσθησή της: «Είμαι τρομοκρατημένη», είπε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο. Παράλληλα, η ίδια επεσήμανε ότι οι θεαματικές αυξήσεις των δαπανών συνοδεύονται από έναν επιπλέον κίνδυνο: οι ανησυχίες πως η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να επιταχύνει τη λήψη απόφασης για τη χρήση πυρηνικών όπλων καθιστούν το σκηνικό ακόμη πιο ανησυχητικό. Αυτός ο συνδυασμός τεράστιων δαπανών και νέων τεχνολογικών παραγόντων αποτελεί τον πυρήνα της προειδοποίησης της οργάνωσης.

Η Σνάιντερ επέστησε επίσης την προσοχή στην αντίφαση ανάμεσα στις πυρηνικές δαπάνες και στα προβλήματα της καθημερινής ζωής: «Σε μια εποχή που το κόστος ζωής εκτοξεύεται στα ύψη και τα τρόφιμα και τα καύσιμα είναι δυσβάσταχτα για τόσους πολλούς, είναι αδιανόητο αυτές οι εννέα χώρες να ξοδεύουν δισεκατομμύρια σε μια ψεύτικη υπόσχεση ασφάλειας». Η ίδια πρόσθεσε ότι «τα πυρηνικά όπλα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν χωρίς να προκαλέσουν καταστροφή» και ότι η λογική της πυρηνικής αποτροπής απαιτεί να εμπιστευτούμε στους εχθρούς μας «την ίδια μας την επιβίωσή». Η ICAN χαρακτηρίζει αυτές τις επενδύσεις ως αδιανόητες υπό τις παρούσες παγκόσμιες συνθήκες. Η έκθεση δόθηκε στη δημοσιότητα ακριβώς τη στιγμή που οι γεωπολιτικές εντάσεις σε πολλαπλά μέτωπα δυναμώνουν.
Τι ακολουθεί: Σχέδια που φτάνουν ως τον επόμενο αιώνα
Η ICAN τονίζει ότι η ανοδική τάση στις δαπάνες για πυρηνικά όπλα δεν αποτελεί παροδικό φαινόμενο. Οι ΗΠΑ αναμένεται να δαπανήσουν σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια για το πυρηνικό τους οπλοστάσιο μόνο κατά τη δεκαετία 2025-2034. Οι μελλοντικοί διηπειρωτικοί βαλλιστικοί πύραυλοι τύπου Sentinel, τους οποίους σχεδιάζει να αποκτήσει η Ουάσιγκτον, θα παραμείνουν επιχειρησιακοί πέραν του 2100. Επιπλέον, η αύξηση της αμερικανικής παραγωγής ατομικών πυρήνων πλουτωνίου σημαίνει ότι θα υπάρχουν πυρηνικές κεφαλές σε λειτουργία ως τουλάχιστον το 2120, επεκτείνοντας τον ορίζοντα των πυρηνικών εξοπλισμών βαθιά στον επόμενο αιώνα.

Ωστόσο, το φαινόμενο δεν αφορά αποκλειστικά τις ΗΠΑ. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να συνεχίσουν να δαπανούν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη και τη συντήρηση πυρηνικών οπλικών συστημάτων ως το τέλος του 21ου αιώνα. Και οι υπόλοιπες πυρηνικές δυνάμεις προβλέπουν να αποκτήσουν νέα οπλικά συστήματα με μακρά διάρκεια ζωής, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι τα κυβερνητικά σχέδια εκτείνονται σε ορίζοντες πολλών δεκαετιών. Οι κυβερνήσεις των πυρηνικών δυνάμεων έχουν ήδη δεσμευθεί σε πολυετή και πολυδεκαετή προγράμματα εκσυγχρονισμού. Η ICAN εκτιμά ότι η κούρσα εξοπλισμών που αναγγέλλεται δεν θα σταματήσει σύντομα.




