Η σύντομη ελευθερία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, του ηγετικού στελέχους της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, έληξε απότομα. Ο καταδικασμένος για ηθική αυτουργία σε 17 δολοφονίες επιστρέφει στις φυλακές το απόγευμα της Δευτέρας 15 Ιουνίου 2026, καθώς ο Άρειος Πάγος ανέτρεψε την αρχική απόφαση αποφυλάκισής του. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έρχεται να κλείσει αιφνίδια ένα κεφάλαιο που είχε ανοίξει μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, προκαλώντας ευρύτατες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη.
Ο Γιωτόπουλος είχε αποφυλακιστεί στις 21 Μαΐου 2026, έπειτα από 24 χρόνια συνεχούς εγκλεισμού, κατόπιν αιτήματος που αρχικά έγινε δεκτό από τις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί. Η απόφαση αμφισβητήθηκε νομικά και τελικά ο Άρειος Πάγος την ακύρωσε, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή του στο σωφρονιστικό κατάστημα. Έτσι, ο πρώην αρχηγός της 17 Νοέμβρη δεν πρόλαβε καν να απολαύσει την ελευθερία του για περισσότερες από λίγες εβδομάδες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Γιωτόπουλος μεταφέρθηκε τελικά με ταξί στις φυλακές, με τη συνοδεία αστυνομικών περιπολικών και δυνάμεων της ΟΠΚΕ που βρίσκονταν για αρκετή ώρα έξω από το διαμέρισμά του στον Βύρωνα. Η διαδικασία εξελίχθηκε χωρίς ιδιαίτερα επεισόδια, καθώς ο ίδιος συνεργάστηκε με τις αρχές. Σε πρώτη φάση οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Βύρωνα και από εκεί επρόκειτο να μεταφερθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου είχε εκτίσει και το μεγαλύτερο μέρος της ποινής του.
Μια ποινή-ρεκόρ και χρόνια νομικών μαχών
Η δικαστική ιστορία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου είναι από μόνη της ένα ογκώδες κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής δικαιοσύνης. Πρωτοδίκως, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον καταδίκασε σε 21 φορές ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 25 χρόνια φυλάκιση — μια από τις βαρύτερες ποινές που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα. Ο ίδιος χαρακτήρισε την απόφαση αυτή ως «υπαγορευμένη από ξένα συμφέροντα», αρνούμενος να αναγνωρίσει τη νομιμότητά της. Στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον καταδίκασε σε 17 φορές ισόβια για τα ίδια εγκλήματα κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, η οποία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2005.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της δίκης, ο Γιωτόπουλος προχώρησε σε μια σειρά από τακτικές κινήσεις που δυσχέραναν σημαντικά την ακροαματική διαδικασία. Αποχώρησε από τη δίκη, ανακαλώντας την εντολή προς τους δικηγόρους του, Γιάννη Ραχιώτη και Κώστα Χρυσικόπουλο. Το δικαστήριο αναγκάστηκε να διορίσει αυτεπάγγελτα τους ίδιους δικηγόρους, ενώ αλλεπάλληλες αντιπαραθέσεις σημάδεψαν όλη τη διαδικασία. Εντέλει, ο Γιωτόπουλος επέστρεψε στην αίθουσα μόνο για να καταγράψει τις απόψεις του ενόψει προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο τελικά κατέφυγε τον Απρίλιο του 2011.
Απεργίες πείνας, νοσηλείες και διαμάχες με τη διοίκηση
Τα χρόνια του εγκλεισμού στον Κορυδαλλό δεν ήταν χωρίς εντάσεις. Τον Οκτώβριο του 2004, ο Γιωτόπουλος κήρυξε απεργία πείνας διαμαρτυρόμενος για τις συνθήκες κράτησής του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους μεταφέρθηκε σε κρίσιμη κατάσταση στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Η κατάσταση είχε αναστατώσει τόσο τη δικηγορία του όσο και πολιτικούς κύκλους· ο δικηγόρος του Γιάννης Ραχιώτης και η σύντροφός του, Πεϊνό, είχαν επαφές με τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Αναστάσιο Παπαληγούρα για το ζήτημα.
Η απεργία πείνας διήρκεσε περισσότερο από έναν μήνα και τελικά διακόπηκε όταν ο εποπτεύων εισαγγελέας των φυλακών αποφάσισε να καταργήσει τους ειδικούς περιορισμούς προαύλισης που ίσχυαν για τον Γιωτόπουλο και τους υπόλοιπους καταδικασθέντες της 17 Νοέμβρη. Παράλληλα, τον Μάρτιο του 2010, ο Συνήγορος του Πολίτη αποφάνθηκε υπέρ του, αφού η διεύθυνση των φυλακών είχε απορρίψει αίτημά του να χρησιμοποιεί υπολογιστή για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η υπόθεση αυτή ανέδειξε τις αντιθέσεις γύρω από τα δικαιώματα ακόμα και των πιο βαρυποινιτών κρατουμένων.
Η επιστροφή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου στη φυλακή σηματοδοτεί μια ακόμα στροφή σε μια υπόθεση που για δεκαετίες παραμένει ανοιχτή πληγή στη συλλογική μνήμη της χώρας. Η 17 Νοέμβρη, η οργάνωση που ευθύνεται για 23 δολοφονίες μεταξύ 1975 και 2002, άφησε βαθιά ίχνη στην ελληνική κοινωνία και πολιτική ζωή. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε εξέλιξη γύρω από τα πρόσωπα που κρίθηκαν υπεύθυνα συνεχίζει να προκαλεί έντονο δημόσιο ενδιαφέρον και αντιδράσεις.




