Στα κόκκινα βρίσκονται οι δείκτες εμπιστοσύνης των Ελλήνων διευθυντικών στελεχών προς την ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της ΕΑΣΕ (Ένωσης Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων). Οι ανησυχίες επικεντρώνονται στο αυξανόμενο ενεργειακό κόστος και στις επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας στη φετινή τουριστική σεζόν. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζει ένα ήπιο σενάριο για την πορεία της οικονομίας, βασισμένο στην εξέλιξη της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Το δίπολο ανησυχίας και προσδοκίας χαρακτηρίζει σήμερα το ελληνικό οικονομικό σκηνικό.
Τι έδειξε η έρευνα ΕΑΣΕ για τους Έλληνες CEOs
Η έρευνα που διεξήγαγε η ΕΑΣΕ αποτυπώνει με ευκρίνεια τους φόβους των κορυφαίων στελεχών της ελληνικής επιχειρηματικής κοινότητας. Το 84% των διευθυντικών στελεχών αναμένει ότι το ενεργειακό κόστος θα επηρεάσει σημαντικά τις ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει στο 100% για τους CEOs των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Μόλις το 5% των CEOs πολύ μεγάλων επιχειρήσεων θεωρεί ότι η επίδραση θα είναι χαμηλή, ενώ το 17% των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών εκτιμά ότι θα είναι μέτρια. Τα νούμερα αυτά συνθέτουν μια εικόνα βαθιάς ανησυχίας για τη βιωσιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων υπό το βάρος του αυξημένου κόστους.
Ξεχωριστή αιτία ανησυχίας είναι η πορεία των τουριστικών εσόδων για το 2026. Επτά στους δέκα μάνατζερ εκτιμούν ότι η επίδραση στα τουριστικά έσοδα θα είναι αρνητική, ενώ το 9% τη χαρακτηρίζει πολύ αρνητική. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 15% για τους CEOs μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, καθώς αυτές εξαρτώνται περισσότερο από τον τουρισμό και διαθέτουν μικρότερα αποθέματα ρευστότητας για να αντιμετωπίσουν τυχόν πτώση. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, η αδυναμία κρατήσεων από ορισμένες αγορές και το αυξημένο κόστος μεταφοράς επισκιάζουν τις προσδοκίες για μια σεζόν που αρχικά έδειχνε ισχυρή.
Ανησυχητική παραμένει και η κατακόρυφη πτώση του ποσοστού των CEOs που αναμένουν βελτίωση της ελληνικής οικονομίας. Μόλις το 11% των διευθυντικών στελεχών πιστεύει ότι η οικονομική κατάσταση θα βελτιωθεί στο επόμενο έτος, έναντι 29% το προηγούμενο τρίμηνο του 2026. Η μείωση αυτή αντανακλά τη συσσώρευση πολλαπλών πιέσεων στην αγορά και την αβεβαιότητα που δημιουργεί το διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται ελαφρώς λιγότερο απαισιόδοξες, με το ποσοστό αισιοδοξίας να ανέρχεται στο 18%.

Rabobank: Υψηλές τιμές ενέργειας ως το 2028
Τους προβληματισμούς των Ελλήνων CEOs ενισχύουν οι προειδοποιήσεις διεθνών φορέων για τις τιμές της ενέργειας. Η Rabobank προβλέπει ότι οι τιμές σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο αναμένεται να παραμείνουν ψηλά ως και το 2028, δημιουργώντας ένα παρατεταμένο τοπίο ακριβής ενέργειας για τις επιχειρήσεις. Το υψηλότερο κόστος ενέργειας και συσκευασίας πλήττει ιδιαίτερα την αλυσίδα αξίας των τροφίμων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη διαβρώνει τα περιθώρια κέρδους των κατασκευαστών. Οι αναθεωρημένες προβλέψεις της Rabobank δείχνουν βραδύτερη ανάπτυξη, ασθενέστερη κατανάλωση, υψηλότερο πληθωρισμό και ανεργία, με τον πλήρη αντίκτυπο να αναμένεται εντός του 2027.
Η ΤτΕ και το ήπιο σενάριο ανάπτυξης
Απέναντι στο κλίμα ανησυχίας, η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσιάζει ένα πιο αισιόδοξο σενάριο, υπό σαφείς προϋποθέσεις. Το «ήπιο» σενάριο της κεντρικής τράπεζας βασίζεται στην εκτίμηση ότι η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν θα εφαρμοστεί πλήρως και οι διεθνείς αγορές ενέργειας θα επανέλθουν σε ισορροπία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η τιμή του πετρελαίου αναμένεται να διαμορφωθεί στα 88 δολάρια ανά βαρέλι το τρίτο τρίμηνο του 2026, περίπου 15% χαμηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, για να υποχωρήσει στα 64 δολάρια έως το τέλος του 2028. Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο εκτιμάται ότι θα κινηθεί στα 41 ευρώ ανά μεγαβατώρα το τρίτο τρίμηνο του 2026 και θα περιοριστεί στα 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα μέχρι το τέλος του 2028.
Η υποχώρηση του ενεργειακού κόστους βελτιώνει αισθητά τις προοπτικές ανάπτυξης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της κεντρικής τράπεζας. Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2% για το 2026, έναντι 1,9% του βασικού σεναρίου, ενώ για τα έτη 2027 και 2028 προβλέπεται να ανέλθει στο 2,1%. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,7% το 2026, στο 2,5% το 2027 και στο 2,2% το 2028, δηλαδή κατά μία δεκάτη της ποσοστιαίας μονάδας χαμηλότερα από το βασικό σενάριο κάθε χρόνο. Η αποκλιμάκωση αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερες πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Θετική ήταν η εκκίνηση της ελληνικής οικονομίας στις αρχές του τρέχοντος έτους. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, με βασικές κινητήριες δυνάμεις τις επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τη θετική συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι επενδύσεις αποδείχθηκαν η ισχυρότερη δύναμη, με τον ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου να καταγράφει ετήσια αύξηση 12,1%, προσθέτοντας δύο ποσοστιαίες μονάδες στον ρυθμό ανάπτυξης. Η ανθεκτικότητα αυτή αποτελεί ενθαρρυντικό σημείο εκκίνησης, ωστόσο οι κίνδυνοι παραμένουν υπαρκτοί και τα επόμενα τρίμηνα θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό την τελική εικόνα της χρονιάς.




