Ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε σαφείς υπαινιγμούς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να ικανοποιήσουν σημαντικά αιτήματα της Τουρκίας στον αμυντικό τομέα, ανοίγοντας την πόρτα σε μια ευρεία αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών. Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο Αμερικανός πρόεδρος τοποθετήθηκε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τις αμυντικές διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε για την πιθανή πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία, αλλά και για την προμήθεια κινητήρων για το εγχώριο τουρκικό μαχητικό Kaan, ο Τραμπ απάντησε χαρακτηριστικά ότι «πιθανότατα θα κάνουμε κάτι» που θα ικανοποιήσει τις τουρκικές απαιτήσεις. Η δήλωση αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη της βούλησης της αμερικανικής κυβέρνησης να επανεκκινήσει τις αμυντικές σχέσεις με τη σύμμαχο χώρα του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το πρακτορείο Reuters, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά την έγκριση πώλησης δεκάδων κινητήρων αεροσκαφών προς την Τουρκία, οι οποίοι κατασκευάζονται από την αμερικανική εταιρεία General Electric. Οι συγκεκριμένοι κινητήρες προορίζονται για το φιλόδοξο τουρκικό πρόγραμμα ανάπτυξης του μαχητικού αεροσκάφους Kaan, το οποίο αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για την αμυντική βιομηχανία της Άγκυρας. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η συνολική αξία αυτής της συμφωνίας ενδέχεται να ξεπεράσει τα 700 εκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό, καθώς απαιτούνται ακόμη επίσημες εγκρίσεις από τις αρμόδιες αμερικανικές αρχές.
Το ζήτημα του S-400 και η προσωπική σχέση Τραμπ – Ερντογάν
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, έσπευσε να διευκρινίσει ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει κλείσει τα μάτια απέναντι στα εκκρεμή ζητήματα που επιβαρύνουν τις σχέσεις των δύο χωρών. Σύμφωνα με τον Βανς, η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να εξετάζει κατά πόσον η Τουρκία συμμορφώνεται πλήρως με την αμερικανική νομοθεσία αναφορικά με την κατοχή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η αγορά του ρωσικού αυτού συστήματος από την Άγκυρα είχε στο παρελθόν αποτελέσει την κύρια αιτία για τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, δημιουργώντας σοβαρές τριβές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η θέση του Βανς υποδηλώνει ότι, παρά τους ενθαρρυντικούς τόνους του Τραμπ, η οριστική διευθέτηση του αμυντικού ζητήματος δεν είναι άμεσα ορατή.
Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ φρόντισε να αναδείξει και την προσωπική διάσταση των σχέσεών του με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ρητά ότι δεν θα συμμετείχε στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα εάν ο Ερντογάν δεν βρισκόταν στην ηγεσία της χώρας, υπογραμμίζοντας έτσι τη βαρύτητα που αποδίδει στις διμερείς σχέσεις. Η δήλωση αυτή ερμηνεύεται ευρέως ως ισχυρή πολιτική υποστήριξη στο πρόσωπο του Ερντογάν, σε μια περίοδο που η Τουρκία επιδιώκει να ανακτήσει τον πλήρη αμυντικό ρόλο της εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η έμφαση στις προσωπικές σχέσεις αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, ο οποίος συχνά εκτιμά τις διμερείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα της προσωπικής χημείας με ξένους ηγέτες.
Ιράν, Ουκρανία και ενεργειακές εταιρείες στο στόχαστρο
Πέρα από τα τουρκικά ζητήματα, ο Τραμπ τοποθετήθηκε και σε άλλα κρίσιμα θέματα της διεθνούς ατζέντας που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα. Αναφορικά με το Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε κατηγορηματικά ότι θεωρεί «μη αποδεκτή» οποιαδήποτε συμφωνία που θα συμπεριλαμβάνει χρεώσεις αποστολής, θέτοντας ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, σχολίασε επίσης την κατάσταση στην Ουκρανία, εκφράζοντας θετική αξιολόγηση για την πορεία του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, λέγοντας ότι «τα πηγαίνει καλά». Η σύντομη αυτή παρατήρηση αντανακλά τη γενικότερη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στη σύγκρουση, σε μια περίοδο ιδιαίτερης έντασης στο ανατολικό μέτωπο.
Τέλος, ο Τραμπ αποκάλυψε ότι οι πετρελαϊκοί κολοσσοί ExxonMobil και Chevron βρίσκονται στο στόχαστρο αμερικανικών ερευνών, στο πλαίσιο της αύξησης των τιμών της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πρόεδρος επανέλαβε τις έντονες επικρίσεις του προς τη βιομηχανία καυσίμων, κατηγορώντας τη για πρακτικές αισχροκέρδειας εις βάρος των αμερικανών καταναλωτών, μια κατηγορία που ασκεί σημαντική πολιτική πίεση. Η θέση αυτή του Αμερικανού προέδρου έρχεται σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία για πολλά αμερικανικά νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές ενέργειας. Η ταυτόχρονη ανάδειξη τόσο διεθνών θεμάτων όσο και εγχώριων οικονομικών ζητημάτων αποκαλύπτει την πολύπλευρη και σύνθετη ατζέντα με την οποία ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος σε αυτή την κρίσιμη φάση της θητείας του.




