Ο εμφύλιος πόλεμος στη Μιανμάρ έχει προκαλέσει έως σήμερα περισσότερους από 100.000 νεκρούς, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η αμερικανική οργάνωση Acled (Armed Conflict Location and Event Data). Η σύγκρουση ξεκίνησε το 2021, όταν ο στρατός ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι. Πέντε χρόνια αργότερα, η Μιανμάρ παραμένει βυθισμένη σε μία από τις πιο θανατηφόρες συγκρούσεις της Ασίας, με αναλυτές να την κατατάσσουν αμέσως μετά τα παλαιστινιακά εδάφη σε απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Διαβάστε επίσης: Οι σεισμοί στη Βενεζουέλα έφτασαν τους 1.943 νεκρούς
Το πραξικόπημα και η κλιμάκωση της βίας
Το 2021 ο στρατός της Μιανμάρ ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Τσι, γεγονός που πυροδότησε κύμα διαδηλώσεων σε όλη τη χώρα. Οι δυνάμεις ασφαλείας κατέστειλαν βίαια τις κινητοποιήσεις, με αποτέλεσμα πολλοί φιλοδημοκρατικοί ακτιβιστές να εγκαταλείψουν τις πόλεις και να ενταχθούν σε ένοπλες ομάδες εθνοτικών μειονοτήτων, οι οποίες βρίσκονται εδώ και χρόνια σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Από τότε η σύγκρουση έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, με την Acled να έχει καταγράψει περισσότερες από 1.200 διαφορετικές ένοπλες ομάδες, στοιχείο που την καθιστά, όπως αναφέρει ο οργανισμός, «την πιο κατακερματισμένη σύγκρουση στον κόσμο».
Ο αναλυτής της Acled, Σουν Μον Θαντ, σημείωσε ότι «η σύγκρουση έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα» και ότι καταγράφονται όλο και περισσότερες σφαγές, με τον στρατό να έχει στοχοθετήσει σχολεία, κλινικές και φυλακές. Ο επικεφαλής της χούντας, Μιν Αούνγκ Χλάινγκ, κράτησε την εξουσία για πέντε χρόνια πριν αποσυρθεί από τις ένοπλες δυνάμεις και εκλεγεί πρόσφατα πρόεδρος της Μιανμάρ, μέσα από μια διαδικασία που το εξωτερικό χαρακτήρισε ελιγμό για την παράταση του στρατιωτικού καθεστώς υπό πολιτικό πρόσχημα.

Ανθρωπιστική κρίση και μαρτυρίες
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περισσότεροι από 3,7 εκατομμύρια άνθρωποι είναι σήμερα εσωτερικά εκτοπισμένοι στη Μιανμάρ, ενώ πάνω από ένας στους πέντε κατοίκους βρίσκεται σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας. Η μεγαλύτερη πόλη της χώρας, η Γιανγκόν, διατηρεί σχετική ομαλότητα, ωστόσο η βία εκεί εκδηλώνεται συχνά με τη μορφή σποραδικών δολοφονιών. Σε άλλες περιοχές, οι κάτοικοι βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι με αεροπορικές επιδρομές που πραγματοποιούνται από στρατιωτικά αεροσκάφη τα οποία παρέχουν στη χώρα η Ρωσία και η Κίνα.
Η Θέιν Άγιε Νου, 49 ετών, της οποίας ο σύζυγος σκοτώθηκε σε αεροπορική επιδρομή τον Ιούνιο, περιέγραψε την κατάσταση ως «έναν ατελείωτο πόνο», προσθέτοντας ότι είναι πολύ θυμωμένη αλλά δεν ξέρει πια σε ποιον να απευθυνθεί. Ανάλογη ήταν και η μαρτυρία ενός άνδρα από την κεντρική περιοχή Μαγκουάι, του οποίου ο έφηβος γιος σκοτώθηκε πρόσφατα σε μάχη αφού είχε φύγει για να ενταχθεί σε αντάρτικη ομάδα. Ο ίδιος τόνισε πως αν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα, τα παιδιά θα πήγαιναν σχολείο. Δεν υπάρχει επίσημος απολογισμός θυμάτων και οι εκτιμήσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ οργανισμών, ωστόσο οι αναλυτές συμφωνούν πως πρόκειται για τη σύγκρουση με τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων που εκτυλίσσεται αυτή τη στιγμή στην Ασία.
Τι ακολουθεί
Η στρατιωτική χούντα της Μιανμάρ ανακοίνωσε ότι θα συμμετάσχει σε συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της περιφερειακής συμμαχίας στη Μανίλα τον επόμενο μήνα, «εφόσον προσκληθεί». Η εξέλιξη αυτή έρχεται καθώς ο αριθμός των θυμάτων συνεχίζει να αυξάνεται και η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις γύρω από την πρόσφατη εκλογή του Μιν Αούνγκ Χλάινγκ στην προεδρία της χώρας.




