Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν τα ξημερώματα της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026 μια νέα, εκτεταμένη αεροπορική επίθεση κατά στόχων στο νότιο Ιράν, ανοίγοντας εκ νέου έναν κύκλο έντασης που φαινόταν να έχει κλείσει με τη συμφωνία του Ιουνίου. Παράλληλα με τους βομβαρδισμούς, η Ουάσιγκτον αποφάσισε να επαναφέρει σε ισχύ τις κυρώσεις της στο ιρανικό πετρέλαιο, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι θεωρεί την προηγούμενη συμφωνία ουσιαστικά καταρρευμένη. Οι αμερικανικές αρχές παρουσιάζουν την επίθεση ως αντίποινα για τα πυρά που δέχθηκαν τρία εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ μέσα σε διάστημα 24 ωρών, ενώ Ουάσιγκτον και Τεχεράνη αλληλοκατηγορούνται πλέον ανοιχτά για παραβίαση της συμφωνίας.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού CENTCOM, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν πάνω από 80 στόχους στο ιρανικό έδαφος. Στο δελτίο Τύπου που δημοσιοποιήθηκε μέσω X, το μεικτό διοικητήριο ανέφερε ότι χτυπήθηκαν ιρανικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, παράκτιες εγκαταστάσεις ραντάρ, εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων κατά πλοίων επιφανείας, καθώς και πάνω από 60 μικρά σκάφη των Φρουρών της Επανάστασης, στο και κοντά στο στενό. Η βρετανική υπηρεσία επιτήρησης ναυσιπλοΐας UKMTO επιβεβαίωσε ότι τρία πλοία δέχθηκαν πλήγμα στην περιοχή μέσα σε ένα 24ωρο, με το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία να αποδίδουν την ευθύνη για δύο από αυτές τις επιθέσεις στο Ιράν. Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι ακούστηκε σειρά εκρήξεων στην περιοχή του στενού.
Η συμφωνία του Ισλαμαμπάντ και η κατάρρευσή της
Η κλιμάκωση έρχεται μόλις τρεις εβδομάδες μετά τη συμφωνία που υπέγραψαν η Τεχεράνη και η Ουάσιγκτον στις 17 Ιουνίου στο Ισλαμαμπάντ. Η συμφωνία εκείνη θεωρήθηκε τότε βήμα προς τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος είχε ξεκινήσει στις 28 Φεβρουαρίου με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Στο κείμενο προβλεπόταν το πλήρες άνοιγμα του στενού του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες περίπου το 20% του αργού πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που καταναλώνεται παγκοσμίως, καθώς και η άρση των αμερικανικών κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο. Το de facto κλείσιμο του στενού από την Τεχεράνη είχε προκαλέσει σοβαρούς κλυδωνισμούς στη διεθνή οικονομία και είχε εκτινάξει τις τιμές της ενέργειας τους προηγούμενους μήνες.
Ωστόσο, η νέα κρίση δείχνει ότι η ανακωχή αυτή δεν άντεξε στον χρόνο. Ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Καζέμ Γαριμπαμπαντί, προειδοποίησε μέσω X τις ΗΠΑ ενάντια στην «παραβίαση» της συμφωνίας, δηλώνοντας ότι η χώρα του «θα λάβει αποφασιστικά μέτρα για να προστατεύσει τα συμφέροντά της και την εθνική της ασφάλεια». Σε αντίστοιχο τόνο κινήθηκε και αμερικανός αξιωματούχος, ο οποίος μίλησε υπό τον όρο ανωνυμίας και χαρακτήρισε τις ενέργειες του Ιράν στο στενό «εντελώς απαράδεκτες», τονίζοντας πως «δεν θα μείνουν ατιμώρητες». Η δήλωση αυτή ήρθε λίγο μετά τη δημοσιοποίηση εγγράφου του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που απαγόρευε ρητά κάθε νέα συναλλαγή ιρανικών υδρογονανθράκων.
Αναταραχή στις αγορές ενέργειας
Η νέα ένταση είχε άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Η τιμή του βαρελιού της αμερικανικής ποικιλίας αργού WTI κατέγραψε άνοδο 2,63%, φτάνοντας τα 72,29 δολάρια, λίγη ώρα μετά το άνοιγμα των ασιατικών αγορών. Παρά την αναταραχή, υπήρξαν ενδείξεις ότι η ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ ξεκίνησε να επανέρχεται σταδιακά στους συνήθεις ρυθμούς της. Σε κάθε περίπτωση, η νέα αμερικανική επίθεση και η επαναφορά των κυρώσεων δείχνουν ότι η εύθραυστη ισορροπία που είχε επιτευχθεί στο Ισλαμαμπάντ έχει πλέον διαρραγεί σοβαρά, με άγνωστες προς το παρόν συνέπειες για τη σταθερότητα στην περιοχή του Κόλπου και για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.




