Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη σύγκρουσή της με τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, καθώς τέσσερις δημοσιογράφοι των New York Times έλαβαν κλήσεις να καταθέσουν ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στο Μανχάταν. Η υπόθεση συνδέεται με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας για το νέο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, το οποίο δόθηκε ως δώρο από το Κατάρ. Οι κλήσεις επιδόθηκαν την Παρασκευή, με τις καταθέσεις να έχουν προγραμματιστεί για την προσεχή Τετάρτη, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις γύρω από την ελευθερία του Τύπου.
Οι κλήσεις και το επίμαχο δημοσίευμα
Σύμφωνα με τους New York Times, οι κλήσεις προς τους τέσσερις δημοσιογράφους επιδόθηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες, οι οποίοι έφτασαν ακόμη και στις κατοικίες ορισμένων εξ αυτών. Η αφορμή ήταν το ρεπορτάζ της εφημερίδας για το νέο Air Force One, το οποίο ο πρόεδρος Τραμπ παρέλαβε ως δώρο από το Κατάρ και τέθηκε σε επιχειρησιακή χρήση την περασμένη εβδομάδα. Το δημοσίευμα, επικαλούμενο ανώνυμες πηγές, ανέφερε ότι κατά την επιστροφή του προέδρου από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, οι μυστικές υπηρεσίες εισηγήθηκαν να μην χρησιμοποιηθεί το νέο αεροσκάφος για ολόκληρη τη διαδρομή.
Ο λόγος, όπως ανέφερε η εφημερίδα, ήταν ότι το αεροσκάφος δεν διέθετε ακόμη ορισμένα προηγμένα συστήματα ασφαλείας, μεταξύ των οποίων δυνατότητες αντιπυραυλικής προστασίας. Το δημοσίευμα συνέδεε την απόφαση με την αυξημένη ένταση στη Μέση Ανατολή, μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας με το Ιράν και τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές που ακολούθησαν. Το αεροσκάφος τελικά έκανε στάση στη βρετανική βάση Μίλντενχολ, γεγονός που τροφοδότησε τα ερωτηματικά γύρω από τους λόγους της απόφασης.

Οι αντιδράσεις Τραμπ και Λευκού Οίκου
Ο Ντόναλντ Τραμπ διέψευσε ότι υπήρξαν ανησυχίες για την ασφάλεια της πτήσης, υποστηρίζοντας ότι η στάση στη βάση Μίλντενχολ έγινε ώστε το προσωπικό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να δει από κοντά το νέο προεδρικό αεροσκάφος. Ερωτηθείς εάν υπήρχε αξιόπιστη απειλή από το Ιράν κατά του Air Force One, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε χαρακτηριστικά: «Δέχομαι απειλές συνεχώς. Είμαι ο νούμερο ένα στόχος τους». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Στίβεν Τσέουνγκ, ο οποίος διαβεβαίωσε ότι το νέο αεροσκάφος διαθέτει πρωτοποριακά πρωτόκολλα ασφαλείας που εγγυώνται την προστασία του προέδρου και του επιτελείου του.
Από την πλευρά τους, οι New York Times αντέδρασαν έντονα στις κλήσεις των δημοσιογράφων τους, κάνοντας λόγο για σοβαρή παρέμβαση στην ελευθερία του Τύπου. Ο νομικός σύμβουλος της εφημερίδας, Ντέιβιντ ΜακΚρόου, δήλωσε ότι η εμφάνιση ομοσπονδιακών πρακτόρων στις κατοικίες δημοσιογράφων «θα πρέπει να σοκάρει κάθε Αμερικανό που πιστεύει στο Σύνταγμα και στην προστασία της ελευθερίας του Τύπου». Η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση της κυβέρνησης Τραμπ με τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, καθώς νωρίτερα μέσα στη χρονιά το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε εκδώσει αντίστοιχες κλήσεις σε δημοσιογράφους των Washington Post και Wall Street Journal, οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν.
Κλιμάκωση της πίεσης προς τα μέσα ενημέρωσης
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει εντείνει τις επιθέσεις του κατά μέσων ενημέρωσης που θεωρεί επικριτικά απέναντί του, μέσω αγωγών, απειλών για ανάκληση τηλεοπτικών αδειών και άλλων νομικών ενεργειών. Οι κλήσεις προς τους δημοσιογράφους των New York Times έρχονται να προστεθούν σε αυτή τη λίστα, με τις καταθέσεις να έχουν προγραμματιστεί για την Τετάρτη ενώπιον του ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων στο Μανχάταν. Το αν η εφημερίδα θα καταφέρει να αποτρέψει τις καταθέσεις, όπως συνέβη στις περιπτώσεις των Washington Post και Wall Street Journal, παραμένει προς το παρόν άγνωστο.




