Η συνταγματική αναθεώρηση βρέθηκε στο επίκεντρο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βουλή, με πρωταγωνιστές τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη. Η συζήτηση, που συνέπεσε με την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, έγινε σε κλίμα έντονης πολιτικής πόλωσης και εξελίχθηκε σε μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στο κέντρο του διαλόγου βρέθηκε η άρνηση της αντιπολίτευσης να στηρίξει την πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για αλλαγή του Συντάγματος. Οι εντάσεις κορυφώθηκαν στη δευτερολογία των δύο πολιτικών αρχηγών, με προσωπικές αιχμές, υψηλούς τόνους και έντονη πολιτική φόρτιση.
Διαβάστε επίσης: Ο Ανδρουλάκης εναντίον Μητσοτάκη στη συνταγματική αναθεώρηση
Σφοδρή αντιπαράθεση στη Βουλή
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε τη συζήτηση υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο Σύνταγμα προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι στάθηκε «κατώτερος των περιστάσεων», αφιερώνοντας σχεδόν το μισό της ομιλίας του σε ζητήματα κράτους δικαίου αντί στην ουσία της συνταγματικής αναθεώρησης. Χαρακτήρισε τη στάση των μικρότερων κομμάτων «τυφλή άρνηση» που πηγάζει από αντικυβερνητικό μένος, ενώ επέκρινε ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ επειδή επέλεξε να δηλώσει «παρών», κάτι που κατά τον ίδιο ισοδυναμεί στην πράξη με «απών». Παράλληλα, αναφέρθηκε στην αναθεώρηση του 1985, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου διέλυσε τη Βουλή μετά την πρώτη ψηφοφορία, επιτρέποντας στον ελληνικό λαό να κρίνει το περιεχόμενο των αλλαγών. Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «αφεντικό είναι ο ελληνικός λαός» και ότι η κυβέρνηση έχει λάβει επανειλημμένα ισχυρή λαϊκή εντολή μέσα από τρεις συνεχόμενες εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας.

Στη δευτερολογία του, ο Νίκος Ανδρουλάκης απάντησε με ανάλογη σφοδρότητα, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης «χωρίς να οργανώσει καμία εκτροπή», σε αντίθεση, όπως είπε, με τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ανέφερε συγκεκριμένα την υπόθεση των υποκλοπών, θυμίζοντας ότι η εξεταστική επιτροπή είχε συσταθεί το 2022 με 151 ψήφους, ενώ σήμερα υποστηρίζεται μόλις με 120. Έκανε επίσης λόγο για την υπόθεση των «χρυσών σπιτιών», χαρακτηρίζοντάς την «βαρίδι» για την κυβέρνηση, και κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι επέλεξε να προχωρήσει σε ψηφοφορία με επιστολική ψήφο για να αποτρέψει διαφωνίες μέσα στην κοινοβουλευτική του ομάδα. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπενθύμισε ότι η δική του παράταξη ανέλαβε τη χώρα σε συνθήκες χρεοκοπίας το 2009, τονίζοντας πως χωρίς τις επιλογές των τότε βουλευτών του ΠΑΣΟΚ η Ελλάδα θα κινδύνευε να βρεθεί εκτός ευρώ.
Αιχμές για συνέπεια και θεσμούς
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επέμεινε στο ζήτημα της συνέπειας, υπενθυμίζοντας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε υπογράψει την πρόταση αναθεώρησης του 2019, αλλά σήμερα αρνείται να προχωρήσει στην ίδια κατεύθυνση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ζήτησε εξηγήσεις για τον λόγο που η κυβέρνηση δεν δέχεται πλέον τη διαδικασία που ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε αποδεχθεί στο παρελθόν, τόσο για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και για τη διαδικασία ψηφοφορίας στη Βουλή. Υποστήριξε ότι μια οικονομία που αναπτύσσεται δίκαια και ανθεκτικά χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους προϋποθέτουν πολιτικό παράδειγμα από την ηγεσία της χώρας προς τους πολίτες.
Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε αντιθεσμική τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι όσοι αρνούνται να στηρίξουν την αναθεώρηση χωρίς να προτείνουν εναλλακτική πλειοψηφία των 180 βουλευτών, στην ουσία περιφρονούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Κατηγόρησε συνολικά την αντιπολίτευση ότι απέτυχε να συμβάλει στη διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων για τους κορυφαίους κανόνες που διέπουν την πολιτική και πολιτειακή ζωή της χώρας. Κυβερνητικές πηγές αλλά και στελέχη της αντιπολίτευσης παραδέχθηκαν ότι η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση απέκτησε σαφή προεκλογικά χαρακτηριστικά, στοιχείο που προδιαγράφει το κλίμα της πολιτικής αντιπαράθεσης το επόμενο διάστημα ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.




