Νέο κεφάλαιο προστέθηκε σήμερα, 27 Ιουλίου 2026, στην πολύκροτη υπόθεση που έχει συνδεθεί με την λεγόμενη «μαφία της Κρήτης», όταν το κατώφλι του ανακριτή Χανίων πέρασαν ένας ιατροδικαστής και ένας τοξικολόγος. Οι δύο επιστήμονες κατηγορούνται πως εξέδιδαν ψευδή ιατροδικαστικά πορίσματα και εκθέσεις «κατά παραγγελία», εισπράττοντας αντίστοιχο αντίτιμο για τις υπηρεσίες τους. Η δικογραφία τους βαρύνει με την κατηγορία της δωροληψίας, καθώς η ενέργειά τους αντίκειται στα καθήκοντα που είχαν αναλάβει. Οι Αρχές κάνουν λόγο για πράξη που τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, στοιχείο που επιβαρύνει σημαντικά τη νομική τους θέση.
Η απολογία του τοξικολόγου και οι όροι αποφυλάκισης
Το μεσημέρι της Δευτέρας ολοκληρώθηκε η απολογία του τοξικολόγου ενώπιον του ανακριτή Χανίων. Μετά το πέρας της διαδικασίας, ο ανακριτής και ο εισαγγελέας αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο, επιβάλλοντας ωστόσο αυστηρούς περιοριστικούς όρους. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος υποχρεούται να μην εξέλθει από τη χώρα, ενώ κλήθηκε να καταβάλει χρηματική εγγύηση ύψους 30.000 ευρώ. Ο συνήγορος υπεράσπισής του, ο καθηγητής τοξικολογίας Εμμανουήλ Σαββόπουλος, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση αυτή, τονίζοντας πως ο πελάτης του θα παραμείνει ελεύθερος μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση στο ακροατήριο.
Παράλληλα, ο ιατροδικαστής που εμπλέκεται στην ίδια υπόθεση ζήτησε εκ νέου προθεσμία προκειμένου να προχωρήσει στην απολογία του. Ο λόγος, όπως αναφέρθηκε, ήταν πως ο δικηγόρος του ανέλαβε την υπεράσπισή του μόλις την προηγούμενη ημέρα και δεν είχε προλάβει να μελετήσει επαρκώς την ογκώδη δικογραφία. Το αίτημα αυτό έγινε αποδεκτό από τις δικαστικές Αρχές, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας εμφάνισης του κατηγορούμενου ενώπιον του ανακριτή τις επόμενες ημέρες.
Καταγγελίες για τη συμπεριφορά συνηγόρου
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του ιατροδικαστή, Διονύση Βέρρα, ο οποίος στηλίτευσε δημόσια την πράξη ενός δικηγόρου όπως αυτή περιγράφεται στη δικογραφία. Σύμφωνα με τον ίδιο, στη δικογραφία εμφανίζεται μια απομαγνητοφωνημένη συνομιλία, η οποία είχε προσκομιστεί μέσω USB στην αστυνομική προανάκριση από τον ίδιο τον δικηγόρο που συνομιλούσε με έναν εκ των κατηγορουμένων. Ο Βέρρας υποστήριξε πως, παρότι οι αστυνομικοί που παρέλαβαν το υλικό απλώς εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους, η ενέργεια του συγκεκριμένου δικηγόρου άπτεται του ποινικού νόμου και συνιστά ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα, ακόμη κι αν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το USB του παραδόθηκε από άγνωστο τρίτο πρόσωπο.
Ο συνήγορος ανέφερε πως θα επιδιώξει να διερευνηθεί σε βάθος η όλη συμπεριφορά του συγκεκριμένου δικηγόρου, εκφράζοντας την πεποίθηση πως θα πρέπει να επιληφθούν τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο ανήκει. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, είναι αδιανόητο κάποιος να συνομιλεί εμπιστευτικά με τον συνήγορό του και εκείνος να τον ηχογραφεί εν αγνοία του. Ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης στο σύνολό της, ο Βέρρας προέβλεψε πως η δίκη ενώπιον του ακροατηρίου «θα είναι ένα φιάσκο». Αποκάλυψε μάλιστα πως, παρά το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί γύρω από την υπόθεση, ήταν δική του προσωπική παρέμβαση αυτή που απέτρεψε να περάσουν χειροπέδες στον πελάτη του και να τον συνοδεύσουν με αυτόν τον τρόπο στο αστυνομικό μέγαρο, τη στιγμή που εκείνος αφηνόταν ελεύθερος με τους προαναφερθέντες περιοριστικούς όρους.




