Η 29η Ιουλίου του 1014 σημάδεψε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της βυζαντινής ιστορίας, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ συνέτριψε τον στρατό του τσάρου Σαμουήλ στη Μάχη του Κλειδίου. Η σύγκρουση διεξήχθη στο ομώνυμο ορεινό πέρασμα, κοντά στο σημερινό χωριό Κλιουτς της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, και χάρισε στον Βασίλειο το προσωνύμιο «Βουλγαροκτόνος» που τον συνόδευσε στην Ιστορία. Η νίκη αυτή υπήρξε η κορύφωση μιας μακράς και σκληρής αναμέτρησης για τον έλεγχο των Βαλκανίων, ενώ όσα φέρεται να ακολούθησαν εξακολουθούν να απασχολούν τους ιστορικούς μέχρι σήμερα.
Η Μάχη του Κλειδίου: το πέρασμα και η σύγκρουση
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Βασίλειο Β’ και τον τσάρο Σαμουήλ δεν ξεκίνησε στο Κλειδί. Οι δύο ηγέτες βρίσκονταν επί χρόνια σε πόλεμο φθοράς, με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να έχει υποστεί το 986 μία από τις βαρύτερες ήττες της καριέρας του στην Πύλη του Τραϊανού, όπου ο στρατός του διαλύθηκε και ο ίδιος διέφυγε οριακά. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασίλειος επέστρεψε στα Βαλκάνια ακολουθώντας συστηματική στρατηγική: κατελάμβανε οχυρά, περιόριζε τα εδάφη του αντιπάλου του και αποδυνάμωνε σταδιακά τις δυνάμεις του.
Το καλοκαίρι του 1014, ο Σαμουήλ επιχείρησε να σταματήσει τη νέα βυζαντινή προέλαση οχυρώνοντας το πέρασμα του Κλειδίου, στην οροσειρά Μπέλλες. Οι Βούλγαροι έκλεισαν τη δίοδο με τείχη και ξύλινα οχυρώματα, αναγκάζοντας τον στρατό του Βασιλείου να ακινητοποιηθεί. Οι πρώτες βυζαντινές επιθέσεις αποκρούστηκαν, όμως η έκβαση της Μάχης του Κλειδίου άλλαξε ριζικά όταν ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας οδήγησε τους άνδρες του μέσα από δύσβατα ορεινά μονοπάτια και εμφανίστηκε πίσω από τις βουλγαρικές γραμμές. Με τους άνδρες του Ξιφία να χτυπούν από τα νώτα και τον Βασίλειο να πιέζει μετωπικά, η αμυντική γραμμή των Βουλγάρων κατέρρευσε. Πολλοί στρατιώτες σκοτώθηκαν και μεγάλος αριθμός αιχμαλωτίστηκε, ενώ ο ίδιος ο Σαμουήλ κατάφερε να διαφύγει, με τον στρατό του να έχει δεχθεί, ωστόσο, καίριο πλήγμα.

Η αμφιλεγόμενη τύφλωση των αιχμαλώτων
Η πιο γνωστή —και ταυτόχρονα πιο αμφισβητούμενη— πλευρά της ιστορίας αφορά όσα φέρεται να ακολούθησαν τη μάχη. Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Ιωάννη Σκυλίτζη, που κατέγραψε τα γεγονότα περίπου εβδομήντα χρόνια αργότερα, ο Βασίλειος Β’ διέταξε την τύφλωση περίπου 15.000 αιχμαλώτων. Οι στρατιώτες φέρεται να χωρίστηκαν σε ομάδες των εκατό, με τους 99 να τυφλώνονται πλήρως και τον εκατοστό να διατηρεί το ένα του μάτι, ώστε να καθοδηγήσει τους υπόλοιπους πίσω στον ηγεμόνα τους. Ο Σκυλίτζης αναφέρει ότι όταν ο Σαμουήλ αντίκρισε τους ακρωτηριασμένους άνδρες του κατέρρευσε, με τη μεταγενέστερη παράδοση να συνδέει τον θάνατό του, στις 6 Οκτωβρίου 1014, με το σοκ εκείνης της στιγμής.
Οι ιστορικοί, ωστόσο, επισημαίνουν ότι ο ίδιος ο Σκυλίτζης εισάγει την περιγραφή με τη διατύπωση «όπως λέγεται», κάτι που αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Η νίκη των Βυζαντινών στο Κλειδί θεωρείται ιστορικά τεκμηριωμένη, όπως και μια μαζική τύφλωση αιχμαλώτων που πολλοί μελετητές κρίνουν πιθανή. Ο συγκεκριμένος αριθμός των 15.000 ανδρών, όπως και ορισμένες από τις πιο δραματικές λεπτομέρειες της αφήγησης, δεν θεωρούνται πλήρως εξακριβωμένες από τη σύγχρονη ιστοριογραφία.
Το προσωνύμιο που έμεινε στην Ιστορία
Ανεξάρτητα από την ακριβή έκταση της τιμωρίας που επιβλήθηκε στους αιχμαλώτους, το επεισόδιο της Μάχης του Κλειδίου συνδέθηκε άρρηκτα με το όνομα του Βασιλείου Β’ και του χάρισε το προσωνύμιο «Βουλγαροκτόνος», το οποίο επισκίασε κάθε άλλη πτυχή της μακράς βασιλείας του. Ο θάνατος του τσάρου Σαμουήλ, λίγους μήνες μετά τη μάχη, σηματοδότησε την αρχή του τέλους για την ανεξαρτησία του βουλγαρικού κράτους απέναντι στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Η ιστορία της Μάχης του Κλειδίου παραμένει σημείο αναφοράς για τη μελέτη των σχέσεων Βυζαντίου και Βουλγαρίας κατά τον Μεσαίωνα.




