Η μυωπία σε ενήλικες αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα από όσο πίστευε μέχρι σήμερα η επιστημονική κοινότητα. Νέα διεθνής έρευνα, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο περιοδικό Ophthalmology Science, ανέτρεψε την επικρατούσα αντίληψη ότι η μυωπία σταθεροποιείται στο τέλος της εφηβείας. Η μελέτη ανέλυσε τους φακέλους 18.620 ενηλίκων ηλικίας 18 έως 39 ετών και κατέγραψε συνεχιζόμενη μυωπική μεταβολή σε σημαντικό ποσοστό του δείγματος. Το εύρημα αλλάζει τον τρόπο που η οφθαλμολογική κοινότητα αντιλαμβάνεται την πορεία της όρασης πέρα από την εφηβική ηλικία.
Τι δείχνει η νέα έρευνα για τη μυωπία σε ενήλικες
Για δεκαετίες, η επικρατούσα άποψη στην οφθαλμολογία ήταν ότι η μυωπία αναπτύσσεται αποκλειστικά κατά την παιδική ηλικία και σταθεροποιείται προς το τέλος της εφηβείας. Η αντίληψη αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι το αξονικό μήκος του οφθαλμού, η βασική ανατομική παράμετρος που καθορίζει τη μυωπία, σταθεροποιείται στις περισσότερες γυναίκες γύρω στα 16-17 έτη και στους περισσότερους άνδρες μέχρι την ηλικία των 19-20 ετών. Με άλλα λόγια, θεωρούνταν δεδομένο πως η πραγματική ανατομική μυωπία ολοκληρώνει την εξέλιξή της παράλληλα με τη σωματική ανάπτυξη.
Τα τελευταία χρόνια όμως, αρκετές μεγάλες μελέτες άρχισαν να αμφισβητούν αυτό το μοντέλο. Η μεγαλύτερη από αυτές, που δημοσιεύθηκε στο Ophthalmology Science, εξέτασε στοιχεία από 18.620 ενήλικες ηλικίας 18 έως 39 ετών και διαπίστωσε ότι περίπου το 11% εμφάνιζε συνεχιζόμενη μυωπική μεταβολή. Το ποσοστό αυτό εκτοξευόταν στο 20% για την ηλικιακή ομάδα των 18-24 ετών, ενώ μικρότερο αλλά υπαρκτό ποσοστό ενηλίκων εμφάνιζε αντίστοιχες μεταβολές ακόμη και μετά την ηλικία των 40 ετών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεταβολή αυτή φαίνεται να συνεχίζεται έως και την τέταρτη ή την πέμπτη δεκαετία της ζωής.

Η εξήγηση των ειδικών για την εξέλιξη της μυωπίας
Ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision και Καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τονίζει πως τα ευρήματα αυτά χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. «Η ερμηνεία αυτών των δεδομένων απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Οι περισσότερες από τις διαθέσιμες μελέτες αξιολογούν τη μεταβολή της διάθλασης και όχι τη μεταβολή του αξονικού μήκους του οφθαλμού», εξηγεί ο ίδιος.
Η διάκριση που περιγράφει ο δρ Κανελλόπουλος είναι κρίσιμη για την κατανόηση του φαινομένου. Η αύξηση της μυωπίας που καταγράφεται στη συνταγή γυαλιών ενός ενήλικα δεν σημαίνει πάντα ότι ο οφθαλμός του συνεχίζει να επιμηκύνεται. Με την πάροδο της ηλικίας, ο κρυσταλλοειδής φακός υφίσταται φυσιολογικές αλλαγές: το πάχος του αυξάνεται, εμφανίζεται πυρηνική σκλήρυνση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρώιμες καταρρακτικές αλλοιώσεις. Όλες αυτές οι μεταβολές αυξάνουν τη διαθλαστική ισχύ του φακού και μπορούν να προκαλέσουν μυωπική μετατόπιση χωρίς να έχει αλλάξει καθόλου το αξονικό μήκος του οφθαλμού. Έτσι, η διαθλαστική επιδείνωση που καταγράφεται σε πολλούς ενήλικες δεν αντανακλά πάντοτε πραγματική ανατομική εξέλιξη της μυωπίας, αλλά συχνά οφείλεται στις φυσιολογικές ηλικιακές αλλαγές του φακού.
Η ομάδα του Ινστιτούτου LaserVision είχε αναγνωρίσει την ανάγκη αυτής της διάκρισης από νωρίς. Όπως αναφέρει ο δρ Κανελλόπουλος, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 το Ινστιτούτο καθιέρωσε τη συστηματική καταγραφή και αρχειοθέτηση του αξονικού μήκους σε όλους τους ασθενείς που υποβάλλονταν σε επέμβαση με laser για διόρθωση της μυωπίας. Η πρακτική αυτή επέτρεψε τη συγκέντρωση μακροχρόνιων δεδομένων που βοηθούν σήμερα στη διάκριση ανάμεσα σε πραγματική εξέλιξη της μυωπίας και σε απλή διαθλαστική μεταβολή λόγω γήρανσης του φακού.
Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της τακτικής οφθαλμολογικής παρακολούθησης και στην ενήλικη ζωή, ακόμη και για όσους θεωρούσαν τη μυωπία τους σταθεροποιημένη από την εφηβεία. Η μέτρηση του αξονικού μήκους, και όχι μόνο της συνταγής γυαλιών, αναδεικνύεται ως το πιο αξιόπιστο εργαλείο για να διαπιστωθεί αν πρόκειται για πραγματική εξέλιξη της μυωπίας σε ενήλικες ή για φυσιολογική γήρανση του οφθαλμού.




