Η μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε από τη Βοιωτία και επεκτάθηκε στη δυτική Αττική συνεχίζει να καίει για ακόμη μία ημέρα, με τις πυροσβεστικές δυνάμεις να δίνουν μάχη σε τρία διαφορετικά μέτωπα. Το απόγευμα της Δευτέρας οι φλόγες απείλησαν άμεσα τον οικισμό της Λούμπας, όπου εκτυλίχθηκαν δραματικές σκηνές με κατοίκους, εθελοντές και πυροσβέστες να προσπαθούν να συγκρατήσουν το πύρινο μέτωπο. Παράλληλα, ειδικοί προειδοποιούν για τις μακροχρόνιες συνέπειες που αφήνουν πίσω τους οι πυρκαγιές, τόσο στα οικοσυστήματα όσο και στη δημόσια υγεία.
Δραματικές στιγμές στη Λούμπα
Λίγο πριν από τις 19:00 της Δευτέρας, οι φλόγες που κατέβαιναν από την ορεινή περιοχή της Ψάθας, ενισχυμένες από ισχυρούς ανέμους, κινήθηκαν με μεγάλη ταχύτητα προς τη Λούμπα, φτάνοντας μέσα σε λίγα λεπτά στα πρώτα σπίτια του οικισμού. Στο σημείο συγκεντρώθηκαν ισχυρές επίγειες δυνάμεις, μεταξύ των οποίων πεζοπόρα τμήματα της ΕΜΟΔΕ, εθελοντές και κάτοικοι που προσπάθησαν να συνδράμουν στην κατάσβεση χρησιμοποιώντας ακόμη και κλαδιά. Μέσα στο χάος, επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων απηύθυνε δραματική έκκληση σε όσους παρέμεναν στην περιοχή, φωνάζοντας «σε πέντε λεπτά θα έχετε καεί, φύγετε τώρα από την περιοχή». Παρά το γεγονός ότι οι φλόγες ξεπερνούσαν σε ύψος τα 20 μέτρα, οι πυροσβέστες ρίχτηκαν αμέσως στη μάχη χωρίς να περιμένουν τα εναέρια μέσα, ενώ σύντομα κατέφθασαν ενισχύσεις από τη Ρουμανία και τη Γαλλία, καθώς και πυροσβεστικά οχήματα από τους δήμους Βύρωνα, Ηλιούπολης και Αμαρουσίου.
Γύρω στις 19:30 ξεκίνησε η επιχείρηση των εναέριων μέσων, με Καναντέρ και ελικόπτερα Έρικσον να πραγματοποιούν αλλεπάλληλες ρίψεις πάνω από το ενεργό μέτωπο, συμβάλλοντας καθοριστικά στη μείωση της έντασης της φωτιάς. Σύμφωνα με πρώτες πληροφορίες από την τοπική κοινότητα, όλα τα σπίτια που βρέθηκαν στο επίκεντρο της απειλής σώθηκαν χάρη στη μεγάλη κινητοποίηση της Πυροσβεστικής. Ωστόσο, η επιχείρηση δεν ολοκληρώθηκε εκεί, καθώς αργότερα το βράδυ αλλά και τις πρώτες πρωινές ώρες σημειώθηκαν νέες αναζωπυρώσεις στη Λούμπα.
Τρία μέτωπα και δυσκολίες στην κατάσβεση
Ο εκπρόσωπος του Πυροσβεστικού Σώματος, Γιάννης Αρτοποιός, μιλώντας στο ΕΡΤnews, περιέγραψε τρεις επιχειρησιακούς άξονες: τη βορειοανατολική πλευρά προς τις περιοχές Κρύο Πηγάδι, Άγιος Νεκτάριος και Αγία Παρασκευή προς τα Βίλια, το πιο ενεργό μέτωπο στην Ψάθα, τη Λούμπα και τη Ζάχου, καθώς και τη νοτιοανατολική πλευρά προς Κανδήλι και Αγία Σκέπη. Όπως εξήγησε, τις πρωινές ώρες παρατηρείται το φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής με πέπλο ομίχλης πάνω από την περιοχή, ενώ το κρίσιμο διάστημα είναι μετά τη 1:30 το μεσημέρι, όταν αυξάνεται η θερμοκρασία και μειώνεται η υγρασία, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν τις αναζωπυρώσεις. Ο κ. Αρτοποιός υπενθύμισε ότι τις πρώτες ημέρες της επιχείρησης οι δυνάμεις δεν είχαν εναέρια μέσα στη διάθεσή τους για περισσότερες από 30 συνεχόμενες ώρες, γεγονός που δυσκόλεψε σημαντικά την προσπάθεια κατάσβεσης.

Στις επιχειρήσεις συμμετέχουν 526 πυροσβέστες, 29 ομάδες δασοκομάντος, 141 πυροσβεστικά οχήματα και περισσότερα από 30 εναέρια μέσα, ενώ συνδράμουν και δυνάμεις του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας στη διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών. Συμβάλλουν επίσης υδροφόρες, προσωπικό και χωματουργικά μηχανήματα από τις Περιφέρειες Αττικής και Στερεάς Ελλάδας, καθώς και εθελοντές της Πολιτικής Προστασίας.
Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον
Ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» του ΕΡΤNews, προειδοποίησε ότι οι πυρκαγιές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο καμένη γη, αλλά προκαλούν σοβαρές και μακροχρόνιες επιπτώσεις στα οικοσυστήματα. Όπως εξήγησε, η χαλέπιος πεύκη χρειάζεται από 15 έως 20 χρόνια για να δημιουργήσει βιώσιμη τράπεζα σπερμάτων, και αν καεί νωρίτερα η φυσική αναγέννηση του δάσους καθίσταται αδύνατη, ένα φαινόμενο που παρατηρείται ήδη σε περιοχές της Αττικής και της Πελοποννήσου. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η περίπτωση της κεφαλληνιακής ελάτης, είδους που δεν αναβλαστάνει μετά από πυρκαγιά, καθιστώντας την απώλειά της ουσιαστικά μη αναστρέψιμη σε ορίζοντα ενός αιώνα.
Ο κ. Σαρηγιάννης επισήμανε επίσης τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, αναφέροντας ότι οι συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 έφτασαν έως και τα 190 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, όταν το ασφαλές όριο είναι μόλις 10 μικρογραμμάρια. Τα σωματίδια από την καύση βιομάζας, όπως τόνισε, έχουν μεγαλύτερο οξειδωτικό δυναμικό από εκείνα της κυκλοφορίας οχημάτων, αυξάνοντας τον κίνδυνο αναπνευστικών προβλημάτων. Πρόσθεσε ότι στις πυρκαγιές καίγονται και κατοικίες, μονωτικά υλικά, ελαστικά και φωτοβολταϊκά, απελευθερώνοντας διοξίνες και βαρέα μέταλλα, ενώ η στάχτη που παραμένει μετά την κατάσβεση πρέπει να απομακρύνεται με μάσκα, γάντια και νερό χαμηλής πίεσης.
Τι ακολουθεί
Με το πέρας της πυρκαγιάς στη Λούμπα, συνεργεία του δήμου αναμένεται να πραγματοποιήσουν αυτοψίες στην περιοχή για την καταγραφή τυχόν ζημιών. Παράλληλα, οι πυροσβεστικές δυνάμεις παραμένουν σε ετοιμότητα για νέες αναζωπυρώσεις, καθώς η εικόνα της πυρκαγιάς στην Αττικοβοιωτία μεταβάλλεται συνεχώς ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.




