Κάθε καλοκαίρι που οι δασικές πυρκαγιές πλήττουν την Ελλάδα, στη δημόσια συζήτηση επανέρχεται σταθερά ένα συγκεκριμένο όνομα: το ρωσικό αμφίβιο αεροσκάφος Beriev Be-200. Παρουσιάζεται συχνά ως η οριστική λύση που θα μπορούσε να σβήσει κάθε πυρκαγιά από τα πρώτα της λεπτά, χάρη στα εντυπωσιακά βίντεο ρίψεων που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Ειδικοί με πολυετή εμπειρία στην αεροπυρόσβεση εξηγούν, ωστόσο, ότι η πραγματικότητα γύρω από αυτό είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο παρουσιάζεται. Νομικά κωλύματα, υψηλό κόστος και επιχειρησιακοί περιορισμοί καθιστούν την απόκτησή του ουσιαστικά ανέφικτη για την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Διαβάστε επίσης: Ο Ολυμπιακός τίμησε τους πυροσβέστες πριν τη Ναϊμέγκεν
Το Beriev Be-200 και ο μύθος του «υπερόπλου»
Το Beriev Be-200 κατέχει δεσπόζουσα θέση στη λαϊκή αντίληψη περί αεροπυρόσβεσης, κυρίως λόγω της χωρητικότητάς του στους 12 τόνους νερού και των εντυπωσιακών εικόνων ρίψεων που έχουν διαδοθεί ευρέως. Η εικόνα αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι το μέγεθος και η ταχύτητα ενός αεροσκάφους ισοδυναμούν αυτόματα με αποτελεσματικότητα, κάτι που, σύμφωνα με τεχνικούς και πιλότους με χιλιάδες ώρες πτήσης, δεν ισχύει στην πράξη. Η πραγματική απόδοση ενός εναέριου μέσου κρίνεται από την ευελιξία του, τη συχνότητα των ρίψεων που μπορεί να πραγματοποιήσει, τη συμπεριφορά του μέσα σε ορεινές χαράδρες και την ικανότητά του να επιχειρεί σε ακραίες καιρικές συνθήκες.
Στο ανάγλυφο της Ελλάδας, όπου οι πυρκαγιές συχνά ξεσπούν σε δύσβατες και ορεινές περιοχές, οι παράγοντες αυτοί αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Ένα βαρύ αεριωθούμενο αεροσκάφος με συγκεκριμένες απαιτήσεις προσθαλάσσωσης δεν διαθέτει απαραίτητα το ίδιο επίπεδο ευελιξίας με μικρότερα και πιο ελαφριά μέσα που ήδη χρησιμοποιούνται από την Πυροσβεστική. Η αντίληψη ότι ένα και μόνο αεροσκάφος θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα των πυρκαγιών παραβλέπει αυτή τη σύνθετη επιχειρησιακή πραγματικότητα.

Το αδιαπέραστο νομικό εμπόδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Πέρα από τους επιχειρησιακούς περιορισμούς, υπάρχει ένα αδιάσειστο νομικό τείχος που εμποδίζει την ένταξη του Beriev Be-200 σε οποιονδήποτε αεροπορικό στόλο κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αεροσκάφος δεν διαθέτει, και πρακτικά δεν μπορεί να αποκτήσει, πιστοποίηση πολιτικής αεροπλοϊμότητας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA). Οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί θέτουν αυστηρά πρότυπα ασφαλείας, σχεδιασμού, ελέγχου κατασκευής και συντήρησης, τα οποία το ρωσικό αεροσκάφος δεν πληροί.
Η διαδικασία πιστοποίησης ενός αεροσκάφους στην Ευρώπη προϋποθέτει πλήρη διαφάνεια στα τεχνικά σχέδια, πρόσβαση στις γραμμές παραγωγής και χρήση πιστοποιημένων κινητήρων και ανταλλακτικών που συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το Beriev Be-200 φέρει κινητήρες και συστήματα που αναπτύχθηκαν εντελώς εκτός αυτού του κανονιστικού πλαισίου. Χωρίς την πιστοποίηση της EASA, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορεί να αγοράσει, να νηολογήσει ή να εντάξει, μόνιμα ή προσωρινά, το αεροσκάφος στο εθνικό του σύστημα πολιτικής προστασίας. Οποιαδήποτε απόπειρα παράκαμψης αυτών των κανόνων θα συνιστούσε σοβαρή παραβίαση του ενωσιακού δικαίου και θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των πτήσεων.
Κόστος, κυρώσεις και επιχειρησιακές αδυναμίες
Πέρα από το νομικό εμπόδιο, το Beriev Be-200 συνοδεύεται και από εξαιρετικά υψηλό κόστος μίσθωσης, στοιχείο που το καθιστά δυσβάσταχτη επιλογή για τον σχεδιασμό της πολιτικής προστασίας. Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι το ζήτημα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας έχει εργαλειοποιηθεί στη δημόσια συζήτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια απλουστευμένη εικόνα που αγνοεί τις πραγματικές τεχνικές, νομικές και οικονομικές παραμέτρους. Ο συνδυασμός νομικών κωλυμάτων, υψηλού κόστους και επιχειρησιακών αδυναμιών στο ελληνικό ανάγλυφο συνθέτει μια εικόνα πολύ διαφορετική από αυτή του «ρωσικού γίγαντα» που θα μπορούσε δήθεν να λύσει μονομιάς το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών.
Οι τεχνικοί και οι πιλότοι που ασχολούνται καθημερινά με την αεροπυρόσβεση τονίζουν ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών απαιτεί συνδυασμό μέσων προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού εδάφους, και όχι την αναζήτηση μιας μεμονωμένης λύσης-πανάκειας. Η υπερβολική εστίαση σε αυτή τη λύση, καταλήγουν, αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από τα πραγματικά ζητήματα του σχεδιασμού της πυροσβεστικής επιχειρησιακής ικανότητας.




