Το βλέμμα που αποφεύγει την επαφή, το νευρικό παίξιμο των χεριών, το συχνό ανοιγοκλείσιμο των ματιών και το δάγκωμα των χειλιών θεωρούνται παραδοσιακά «κλασικά» σημάδια που προδίδουν έναν ψεύτη. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα, όμως, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εδραιωμένη πεποίθηση. Σύμφωνα με ειδικούς, η γλώσσα του σώματος είναι πολύ λιγότερο αξιόπιστη απ’ όσο πιστεύαμε, ενώ αυτό που πραγματικά μπορεί να αποκαλύψει την εξαπάτηση είναι ο τρόπος με τον οποίο κάποιος απαντά σε συγκεκριμένες, στοχευμένες ερωτήσεις.
Το «γνωστικό φορτίο» του ψέματος
Η Δρ. Σάρον Λιλ, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ και ειδικός στην ανίχνευση ψεύδους, εξηγεί στο Science Focus ότι όποιος προσπαθεί να εξαπατήσει βρίσκεται υπό έντονη νοητική πίεση. Πρέπει ταυτόχρονα να θυμάται τι έχει ήδη πει, ώστε να μην αντιφάσκει με προηγούμενες εκδοχές της ιστορίας του, να παρακολουθεί τις αντιδράσεις του συνομιλητή του και να ελέγχει τη δική του συμπεριφορά. Όπως αναφέρει η επιστήμονας, ακόμη και εξετάσεις με μαγνητική τομογραφία δείχνουν πως η αλήθεια είναι αυτή που «βγαίνει» πρώτη και αυθόρμητα από τον εγκέφαλο, και πρέπει στη συνέχεια να καταπιεστεί συνειδητά -μια διαδικασία που επιβαρύνει σημαντικά το λεγόμενο γνωστικό φορτίο.
Αυτή η πίεση, ωστόσο, δεν εκδηλώνεται απαραίτητα μέσα από κινήσεις του σώματος. «Γνωρίζουμε πλέον ότι η λεκτική ανίχνευση του ψεύδους είναι πολύ καλύτερη από τη μη λεκτική», τονίζει η Λιλ. Δεν υπάρχουν, όπως εξηγεί, επαρκή επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν πως το νευρικό παίξιμο των χεριών, το αυξημένο ανοιγοκλείσιμο των ματιών ή η αποφυγή του βλέμματος συνιστούν αξιόπιστους δείκτες ψεύδους. Αντίθετα, μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: πολλοί ψεύτες παραμένουν περισσότερο ακίνητοι, επειδή προσπαθούν συνειδητά να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους ώστε να μη δώσουν στοιχεία. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές στρέφουν πλέον την προσοχή τους σε όσα λέει κανείς και, κυρίως, στο πώς αντιδρά όταν οι ερωτήσεις γίνονται πιο απαιτητικές.
Οι ερωτήσεις που αποκαλύπτουν την εξαπάτηση
Μία από τις πιο αποτελεσματικές τεχνικές, σύμφωνα με την έρευνα, είναι να ζητηθεί από τον συνομιλητή να περιγράψει αρκετές φορές το ίδιο περιστατικό. Όσοι λένε την αλήθεια βασίζονται στην πραγματική τους μνήμη και, σε κάθε νέα αφήγηση, τείνουν να προσθέτουν επιπλέον λεπτομέρειες που θυμούνται εκ των υστέρων. Όσοι λένε ψέματα, αντίθετα, προτιμούν να κρατούν την ιστορία τους όσο πιο απλή γίνεται, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο να πέσουν σε αντιφάσεις μεταξύ των διαφορετικών αφηγήσεων.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική μπορεί να αποδειχθεί μια φαινομενικά απλή απαίτηση: «Πες μου τι συνέβη, αλλά αυτή τη φορά ξεκίνα από το τέλος». Η αντίστροφη αφήγηση αυξάνει δραματικά το νοητικό φορτίο του συνομιλητή. Όποιος περιγράφει κάτι που πράγματι έχει βιώσει μπορεί να ανατρέξει ελεύθερα στη μνήμη του, ανεξαρτήτως σειράς. Όποιος όμως έχει κατασκευάσει μια ιστορία εκ των προτέρων, πρέπει να αναδιοργανώσει επιτόπου ένα σενάριο που έχει προετοιμάσει με συγκεκριμένη χρονική ακολουθία, γεγονός που αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα να κάνει λάθος ή να διστάσει.
Παράλληλα, αποτελεσματικές θεωρούνται και οι ερωτήσεις που ο συνομιλητής δεν αναμένει, καθώς τον αναγκάζουν να αυτοσχεδιάσει σε πραγματικό χρόνο αντί να ανακαλέσει μια προαποθηκευμένη απάντηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστημονική κοινότητα φαίνεται να συγκλίνει σε ένα συμπέρασμα: η αποκάλυψη της αλήθειας δεν κρύβεται στο βλέμμα ή στις χειρονομίες, αλλά στη δομή του ίδιου του λόγου.




