Η Ιταλία δεν πρόκειται να δεχθεί πίσω μετανάστες από τη Γερμανία στο προβλεπτό μέλλον, παρά τους νέους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό τόνισε το Σάββατο 22 Αυγούστου ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης Ματέο Σαλβίνι, μιλώντας σε κομματική συγκέντρωση στο Τρέντο, στη βόρεια Ιταλία. Η δήλωσή του έρχεται καθώς κλιμακώνεται η διένεξη ανάμεσα στη Ρώμη και το Βερολίνο γύρω από τη διαχείριση της λεγόμενης δευτερογενούς μετανάστευσης. Ο επικεφαλής της ακροδεξιάς Λέγκας κατηγόρησε ανοιχτά τις γερμανικές οργανώσεις αρωγής για τη μεταφορά προσφύγων στις ιταλικές ακτές.
Η δήλωση Σαλβίνι και το επιχείρημα των γερμανικών ΜΚΟ
Ο Ματέο Σαλβίνι, ο οποίος διατηρεί παράλληλα το χαρτοφυλάκιο του υπουργού Μεταφορών στον δεξιό τρικομματικό συνασπισμό της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, δικαιολόγησε την άρνησή του επικαλούμενος τη δράση γερμανικών οργανώσεων αρωγής στη Μεσόγειο. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα πλοία αυτών των οργανώσεων περισυλλέγουν πρόσφυγες και τους αποβιβάζουν στην Ιταλία, από όπου αρκετοί συνεχίζουν στη συνέχεια το ταξίδι τους προς τη Γερμανία. «Η Γερμανία δεν έχει δικαίωμα να μας στείλει πίσω έστω κι έναν παράνομο μετανάστη εφόσον πλοία γερμανικών μη κυβερνητικών οργανώσεων επιχειρούν στη Μεσόγειο και φέρνουν χιλιάδες παράνομους μετανάστες στην ακτή, στην Ιταλία και την Ευρώπη», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ιταλός αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα προς το Βερολίνο.

Η τοποθέτηση αυτή δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς ο επικεφαλής της Λέγκας έχει υιοθετήσει εξαιρετικά σκληρή στάση απέναντι στους μετανάστες που φθάνουν με πλεούμενα, όπως και απέναντι στις οργανώσεις αρωγής, ήδη από την προηγούμενη θητεία του ως υπουργού Εσωτερικών. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς από τα μέσα Ιουνίου βρίσκεται σε ισχύ το νέο σύμφωνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το άσυλο και τη μετανάστευση. Βάσει αυτού του συμφώνου, η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να επιστρέφουν στην Ιταλία μετανάστες που εισήλθαν αρχικά στην ΕΕ μέσω των ιταλικών ακτών και στη συνέχεια μετακινήθηκαν σε άλλα κράτη-μέλη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη δήλωση Σαλβίνι, η Ρώμη δεν προτίθεται να συμμορφωθεί άμεσα με τη νέα ρύθμιση, διατηρώντας αμετάβλητη τη σκληρή γραμμή της.
Μηδενικές επιστροφές και 80.000 απορριφθέντα αιτήματα
Τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας ενισχύουν την εικόνα μιας παρατεταμένης αδιαλλαξίας από την ιταλική πλευρά στο ζήτημα των μεταναστών από τη Γερμανία. Αφότου τέθηκε σε ισχύ το νέο ευρωπαϊκό σύμφωνο, η Ρώμη δεν έχει παραλάβει πίσω ούτε έναν μετανάστη από τη Γερμανία. Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν είναι καινούριο· ήδη από το 2023, η Ιταλία είχε απορρίψει περίπου 80.000 αιτήματα επιστροφής μεταναστών που είχαν υποβληθεί από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί. Η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται σταθερά τον πλήρη κορεσμό του εθνικού συστήματος υποδοχής για να δικαιολογήσει τις απορρίψεις αυτές.

Η διαφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες αντανακλά ένα ευρύτερο πρόβλημα στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων για τη λεγόμενη δευτερογενή μετανάστευση, δηλαδή τη μετακίνηση μεταναστών από τη χώρα πρώτης εισόδου προς άλλα κράτη-μέλη. Η Γερμανία επιμένει ότι η Ιταλία οφείλει να τηρήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το νέο σύμφωνο, ενώ η Ρώμη μετατοπίζει την ευθύνη στις γερμανικές μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη Μεσόγειο. Η στάση του Σαλβίνι, ο οποίος παραμένει μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες φωνές της ιταλικής πολιτικής σκηνής στο μεταναστευτικό, αναμένεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω τις εντάσεις ανάμεσα στα δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ΕΕ στην ενιαία εφαρμογή του νέου μεταναστευτικού συμφώνου, τρεις μήνες μετά την έναρξη ισχύος του.
Οι επόμενες επαφές Ρώμης – Βερολίνου
Σύμφωνα με ιταλικά μέσα ενημέρωσης, η διένεξη ανάμεσα στη Ρώμη και το Βερολίνο αναμένεται να συζητηθεί στο εγγύς μέλλον σε συνομιλίες ανάμεσα στους υπουργούς Εξωτερικών Ματέο Πιαντεντόζι και Αλεξάντερ Ντόμπριντ. Το αποτέλεσμα αυτών των επαφών αναμένεται να δείξει αν οι δύο πλευρές θα καταφέρουν να βρουν κοινό έδαφος για την εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού συμφώνου, ή αν η αντιπαράθεση γύρω από τη δευτερογενή μετανάστευση θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.





