Ο ελληνισμός της Βόρειας Μακεδονίας αποτελεί ζήτημα που σπάνια απασχολεί τη δημόσια συζήτηση, καθώς τα ιστορικά στοιχεία που τον αφορούν είναι δυσεύρετα. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο ξεχωρίζει η μακρόχρονη παρουσία των Βλάχων στην περιοχή γύρω από τα Σκόπια, το κράτος που συνορεύει με τη χώρα μας στα βόρεια. Πολύτιμη πηγή για τη μελέτη του θέματος αποτελεί το έργο του Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μιχάλη Τρίτου, ο οποίος γεννήθηκε στο Μέτσοβο, το πιο συμπαγές βλαχόφωνο κέντρο των Βαλκανίων. Το βιβλίο του, με τίτλο «Βλάχοι των Βαλκανίων και Ορθοδοξία», κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Κυρομάνος και φωτίζει πτυχές της βλάχικης παρουσίας που παραμένουν σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό. Μέσα από αυτό το υλικό μπορούμε να ανασυνθέσουμε τη διαδρομή μιας κοινότητας που άφησε το στίγμα της στην ιστορία της περιοχής.
Οι πρώτες αναφορές στα βυζαντινά χρόνια
Οι πρώτες μαρτυρίες για βλάχικους οικισμούς στην περιοχή της Βόρειας Μακεδονίας ανάγονται στα βυζαντινά χρόνια. Σημαντικός σταθμός υπήρξε το 1018, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος ίδρυσε την Αρχιεπισκοπή Αχρίδας και παράλληλα δημιούργησε ξεχωριστή Επισκοπή Βλάχων. Η ακριβής έδρα αυτής της Επισκοπής δεν έχει καταστεί δυνατόν να εντοπιστεί μέχρι σήμερα, παρά τις σχετικές έρευνες. Ωστόσο, από μεταγενέστερες πηγές προκύπτει ότι η συγκεκριμένη Επισκοπή δεν υφίστατο πλέον τον 14ο αιώνα. Το στοιχείο αυτό καταγράφεται στο έργο του Γερμανού ιστορικού H. Gelzer, «Der Patriarchat von Achrida», που εκδόθηκε στη Λειψία το 1903 και αποτελεί μέχρι σήμερα βασική βιβλιογραφική αναφορά για την εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής.
Οι μεγάλες μεταναστεύσεις του 18ου αιώνα
Η πιο σημαντική περίοδος εγκατάστασης Βλάχων στη Βόρεια Μακεδονία τοποθετείται χρονικά τον 18ο αιώνα. Πρόκειται για κύματα προσφύγων που εγκατέλειψαν τις ιστορικές τους εστίες, όπως τη Μοσχόπολη, τη Νικολίτσα, το Λινοτόπι, τη Γραμμούστα και το Μπιθικούκι, οικισμό που βρίσκεται σήμερα στην Αλβανία, κοντά στην Κορυτσά, και αποτελούσε επί αιώνες σημαντικό κέντρο του βλαχόφωνου πληθυσμού. Η Μοσχόπολη, ειδικότερα, ήταν μια από τις πιο ακμάζουσες πόλεις των Βαλκανίων εκείνη την εποχή, με έντονη εμπορική και πνευματική δραστηριότητα. Στην Αχρίδα, γνωστή και ως Οχρίδα, εγκαταστάθηκαν ομάδες Μοσχοπολιτών που δραστηριοποιούνταν κυρίως ως εμποροβιοτέχνες, αλλά και ως κυρατζήδες, δηλαδή επαγγελματίες μεταφορείς. Η παρουσία αυτών των ομάδων συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός δυναμικού εμπορικού δικτύου στην ευρύτερη περιοχή.
Το επάγγελμα των κυρατζήδων
Το επάγγελμα του κυρατζή, γνωστού και ως αγωγιάτη ή μεταφορέα, γνώρισε μεγάλη άνθηση σε όλη την ορεινή Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη τη Βαλκανική για πολλούς αιώνες. Η λέξη «κυρατζής» έχει τουρκική προέλευση, από τον όρο kyraci που σημαίνει τον μισθωτή ή ενοικιαστή, ενώ ο όρος «αγωγιάτης» προέρχεται από τη λέξη «άγω», μέσω των παραγώγων αγώγιον και αγώγι. Κάθε κυρατζής διέθετε συνήθως από 3 έως 50 ανθεκτικά μουλάρια, μαζί με τον απαραίτητο αριθμό βοηθών για τη μεταφορά. Τα μουλάρια προτιμούνταν έναντι των αλόγων επειδή ήταν πιο οικονομικά και κατανάλωναν λιγότερη τροφή. Το φορτίο περιελάμβανε κυρίως γεωργικά προϊόντα, κρασιά, λάδια σε ασκιά και πετρέλαια, ενώ παράλληλα οι κυρατζήδες μετέφεραν και ασθενείς ή ανήμπορους ανθρώπους από τα ορεινά χωριά προς τις πόλεις.
Ο όρος «αγώι» ή «αγωγι» χρησιμοποιούνταν τόσο για το ίδιο το φορτίο όσο και για την αμοιβή που λάμβανε ο μεταφορέας. Για τον κυρατζή ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να εξασφαλίζει φορτίο και επιβάτες τόσο στο πήγαινε όσο και στο γυρισμό, ώστε η διαδρομή να είναι οικονομικά αποδοτική. Οι αποστάσεις που διένυαν έφταναν τα 40 έως 50 χιλιόμετρα σε περίπου δέκα ώρες πορείας, καθώς μετά από ορισμένα χιλιόμετρα τα ζώα χρειάζονταν υποχρεωτική ανάπαυση. Το επάγγελμα αυτό αποτελούσε βασικό κρίκο στην οικονομική ζωή των ορεινών κοινοτήτων, συνδέοντας απομακρυσμένα χωριά με τα αστικά κέντρα και διατηρώντας ζωντανό το εμπορικό δίκτυο της περιοχής επί μακρό χρονικό διάστημα.




