Στις 4 Σεπτεμβρίου 1944, ενώ η Ανατολική Μακεδονία παρέμενε ακόμη υπό βουλγαρική κατοχή, δύο άνδρες προχώρησαν σε μια πράξη που μπορούσε να τους κοστίσει τη ζωή. Στην κεντρική πλατεία της Προσοτσάνης Δράμας, ο δημοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Καζάνας και ο Αστέριος Αστεριάδης κατέβασαν τη βουλγαρική σημαία από τον ιστό και ύψωσαν την ελληνική σημαία στην Προσοτσάνη μέρα μεσημέρι, μπροστά στα μάτια των κατοίκων. Η κίνησή τους έγινε ενώ οι δυνάμεις κατοχής βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή, κάτι που την καθιστούσε ιδιαίτερα τολμηρή για την εποχή της.
Η ζωή του Καζάνα και η κρυμμένη σημαία
Ο Κωνσταντίνος Καζάνας είχε γεννηθεί το 1910 στο Δεμιρδέσιο της Προύσας και έφτασε στην Ελλάδα παιδί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Προσοτσάνη, όπου εκείνος εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος σε χωριά της περιοχής. Η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη είχαν περάσει από το 1941 υπό βουλγαρική διοίκηση, στο πλαίσιο της κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, με πολιτική εκβουλγαρισμού και καταστολής του ελληνικού στοιχείου. Η ίδια η Προσοτσάνη είχε ήδη γνωρίσει αιματηρά αντίποινα μετά την εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1941.
Σύμφωνα με μεταγενέστερη αφήγηση που δημοσιεύτηκε στον «Πρωινό Τύπο» Δράμας, η σημαία που υψώθηκε εκείνη την ημέρα δεν ήταν τυχαία: ήταν η ίδια σημαία που ο Καζάνας είχε διασώσει από το σχολείο στο οποίο δίδασκε, πριν από τη βουλγαρική εισβολή. Την είχε κρατήσει κρυμμένη στο σπίτι του επί χρόνια, ώστε να μη χαθεί ή να βεβηλωθεί από τις κατοχικές αρχές.

Η στιγμή στην πλατεία και η σύλληψη
Όταν ο Καζάνας και ο Αστεριάδης άρχισαν να κατεβάζουν τη βουλγαρική σημαία, οι κάτοικοι της Προσοτσάνης αντιλήφθηκαν αμέσως τον κίνδυνο που ενείχε η ενέργεια. Κατά την ίδια μαρτυρία, η πλατεία άδειασε μέσα σε λίγα λεπτά, με τον κόσμο να παρακολουθεί την εξέλιξη κρυφά, από τα παράθυρα των σπιτιών και των καταστημάτων. Στη θέση της βουλγαρικής σημαίας ανέβηκε η ελληνική σημαία, σηματοδοτώντας μια από τις πιο τολμηρές πράξεις αντίστασης στην περιοχή.
Η απάντηση των κατοχικών αρχών ήρθε άμεσα. Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, Βούλγαροι στρατιώτες πήγαν στο σπίτι του Καζάνα και τον συνέλαβαν. Εκείνος δεν επιχείρησε να αρνηθεί την πράξη του. Μεταφέρθηκε στη Σόφια, όπου φυλακίστηκε και, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, υπέστη σκληρά βασανιστήρια για τη συμμετοχή του στην ύψωση της ελληνικής σημαίας στην Προσοτσάνη.
Η δραπέτευση και η κληρονομιά της πράξης
Περίπου έναν μήνα μετά τη σύλληψή του, ο Καζάνας κατάφερε να δραπετεύσει από τη φυλακή στη Σόφια. Έπειτα από πολυήμερη και επικίνδυνη πορεία, επέστρεψε στην περιοχή της Δράμας, λίγο πριν η Ανατολική Μακεδονία απελευθερωθεί οριστικά από τις δυνάμεις κατοχής. Η ενέργειά του μαζί με τον Αστέριο Αστεριάδη έμεινε συνδεδεμένη με τις τελευταίες εβδομάδες της κατοχής στην περιοχή, σε μια στιγμή κατά την οποία η κατάρρευση του Άξονα πλησίαζε.
Τοπικές ιστορικές πηγές καταγράφουν την πράξη ως γεγονός που ενίσχυσε το ηθικό των κατοίκων της Προσοτσάνης εκείνη την περίοδο. Ο Κωνσταντίνος Καζάνας πέθανε το 1982 στη Θεσσαλονίκη και τάφηκε στην Προσοτσάνη, όπου είχε ζήσει και εργαστεί για δεκαετίες. Η ιστορία της ύψωσης της ελληνικής σημαίας στην Προσοτσάνη παραμένει λιγότερο γνωστή σε σχέση με άλλες εμβληματικές πράξεις της ελληνικής Αντίστασης, ωστόσο αποτυπώνει με ιδιαίτερο τρόπο το κλίμα των τελευταίων μηνών της κατοχής στη Μακεδονία.




