Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε τη Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026 τα μέτρα της ΔΕΘ, εξειδικεύοντας το οικονομικό πακέτο ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων ευρώ που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη. Ο υπουργός επιχείρησε να χαράξει σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κυβερνητική οικονομική πολιτική και στις προτάσεις της αντιπολίτευσης, μιλώντας για «σοβαρότητα» απέναντι στον «λαϊκισμό». Οι εξαγγελίες προκάλεσαν άμεσες αντιδράσεις, με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και τον τομεάρχη Εργασίας του κόμματος, Διονύση Τεμπονέρα, να ασκούν κριτική στο περιεχόμενο και στη χρονική στιγμή εφαρμογής των μέτρων.
Τι είπε ο Πιερρακάκης για τα μέτρα της ΔΕΘ
«Λαϊκισμός είναι να τάζεις χρήματα που δεν υπάρχουν και να στέλνεις σε κάποιον άλλον τον λογαριασμό, και δη στο μέλλον», τόνισε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, απαντώντας έμμεσα στις προτάσεις της αντιπολίτευσης. Απέναντι σε αυτή τη λογική, ο υπουργός τοποθέτησε όσα χαρακτήρισε σοβαρότητα, εξηγώντας ότι «σοβαρότητα είναι να δημιουργείς πρώτα τις δυνατότητες μέσα από μια οικονομία η οποία αναπτύσσεται, επενδύει, δημιουργεί δουλειές, παράγει περισσότερο». Ο Κυριάκος Πιερρακάκης επιχείρησε παράλληλα να αποσυνδέσει τα μέτρα των 2,2 δισ. ευρώ από τη λογική των προεκλογικών παροχών, παρουσιάζοντάς τα ως επιστροφή στην κοινωνία μέρους της οικονομικής προόδου. «Δεν συνιστά παροχή, συνιστά υποχρέωση, συνιστά δικαιοσύνη, συνιστά ενσυναίσθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, η δυνατότητα χρηματοδότησης των νέων μέτρων προέκυψε από την ανάπτυξη της οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης, την ενίσχυση των επενδύσεων και τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής μέσω της ψηφιοποίησης. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δημιούργησε πρώτα τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο και μόνο στη συνέχεια προχώρησε στην ανακοίνωση των παρεμβάσεων, χωρίς να «στέλνει τον λογαριασμό» στις επόμενες γενιές. Η οικονομική πολιτική, όπως τόνισε, δεν κρίνεται μόνο από τους μακροοικονομικούς δείκτες αλλά και από το αν «βγαίνει ο μήνας» για κάθε πολίτη, αν μια οικογένεια αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια και αν ένας νέος άνθρωπος βλέπει περισσότερες δυνατότητες μπροστά του.
Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη απάντησε με ανακοίνωση, κάνοντας λόγο για «υποσχετικές πολιτικής αλαζονείας και παραπλάνησης για το μέλλον» και υποστηρίζοντας ότι αρκετά από τα μέτρα αφορούν ήδη ψηφισμένες παρεμβάσεις. Το κόμμα χαρακτήρισε ανεπαρκή την εξαγγελία για κατώτατο μισθό στα 1.000 ευρώ από το 2028, αντιπροτείνοντας την εφαρμογή του από το 2027, έναν χρόνο νωρίτερα, μαζί με φοροελαφρύνσεις για εργαζόμενους με παιδιά. Ιδιαίτερα επικριτική εμφανίστηκε η παράταξη και για τα μέτρα που αφορούν τους συνταξιούχους, επισημαίνοντας ότι η αύξηση του επιδόματος Νοεμβρίου από τα 300 στα 400 ευρώ δεν καλύπτει το σύνολο των δικαιούχων, αφήνοντας εκτός, όπως υποστήριξε, περισσότερους από 300.000 συνταξιούχους. Κριτική ασκήθηκε επίσης για τους δημοσίους υπαλλήλους, με αναφορά στο επίδομα των 500 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί, σύμφωνα με το κόμμα, σε μόλις 41,6 ευρώ μικτά τον μήνα για έναν νεοδιόριστο δάσκαλο, νοσηλευτή ή γιατρό.
Το θέμα σχολίασε και ο τομεάρχης Εργασίας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Διονύσης Τεμπονέρας, μιλώντας στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου και του Αντώνη Δελλατόλα στον Realfm 97,8. Ο Διονύσης Τεμπονέρας αμφισβήτησε τη διαφορά στις εκτιμήσεις κόστους του προγράμματος του κόμματός του, σημειώνοντας ότι η αρχική κοστολόγηση των 18 δισεκατομμυρίων ευρώ μειώθηκε πλέον στα 13 δισεκατομμύρια. Παρουσίασε το τρίπτυχο της παράταξης για την οικονομία, «παράγουμε περισσότερο, μοιράζουμε δικαιότερα, εξασφαλίζουμε αξιοπρεπή διαβίωση», υποστηρίζοντας ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος περίπου 7,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, συνδυάζοντας τα 5,6 δισεκατομμύρια που αναγνωρίζει η ίδια η κυβέρνηση με επιπλέον έσοδα δύο δισεκατομμυρίων από δικαιότερη ανακατανομή των φόρων. Ο τομεάρχης Εργασίας κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη για έλλειψη οράματος, υποστηρίζοντας ότι οι εξαγγελίες αγνόησαν ζητήματα όπως η ακρίβεια, η αισχροκέρδεια και τα καρτέλ, ενώ δεν δόθηκε συγκεκριμένο σχέδιο για το τι θα διαδεχθεί το Ταμείο Ανάκαμψης.




