Η Τζιάνγκ Τσινγκ, χήρα του Μάο Τσετούνγκ και η ίδια ηγέτιδα της Κίνας σε ορισμένα από τα πιο ταραχώδη χρόνια της χώρας, αυτοκτόνησε στα 77 της χρόνια. Την είδηση ανακοίνωσε η κινεζική κυβέρνηση, με τους New York Times να τη μεταδίδουν στις 5 Ιουνίου 1991. Τη στιγμή του θανάτου της, η Τζιάνγκ Τσινγκ εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης για τον ρόλο της στη Συμμορία των Τεσσάρων, την ομάδα ριζοσπαστικών κομμουνιστών ηγετών που εκμεταλλεύτηκε τη στενή σχέση της με τον Μάο για να μιλά εξ ονόματός του. Η ιστορία της ξεκινά πολύ πριν από την εξουσία, σε ένα φτωχό σπίτι της επαρχίας Σαντόνγκ.
Η αυτοκτονία και η καταδίκη για τη Συμμορία των Τεσσάρων
Σύμφωνα με το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων New China News Agency, η Τζιάνγκ Τσινγκ αυτοκτόνησε τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Μαΐου 1991. Το επίσημο δελτίο ήταν μόλις τριών παραγράφων και δεν διευκρίνιζε ούτε τον τρόπο ούτε την αιτία της αυτοκτονίας, με αποτέλεσμα η πληροφορία να μην μπορεί να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα από άλλη πηγή. Το ίδιο πρακτορείο ανέφερε ότι η Τζιάνγκ λάμβανε ιατρική περίθαλψη εκτός φυλακής ήδη από τον Μάιο του 1984, στοιχείο που δείχνει ότι η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί χρόνια πριν από τον θάνατό της.
Η ονομασία Συμμορία των Τεσσάρων δόθηκε σε μια ομάδα ριζοσπαστικών κομμουνιστών ηγετών, η στενή σχέση των οποίων με τον πανίσχυρο Μάο Τσετούνγκ τους επέτρεπε να μιλούν εκ μέρους του και να εφαρμόζουν όσα ισχυρίζονταν ότι ήταν οι πολιτικές του. Η δράση τους τοποθετείται στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, μιας περιόδου που κράτησε από το 1966 έως το 1976 και σημάδεψε βαθιά τη σύγχρονη ιστορία της Κίνας. Η Τζιάνγκ Τσινγκ ήταν από τα πλέον καθοριστικά πρόσωπα της ομάδας αυτής, αξιοποιώντας τη θέση της ως σύζυγος του ηγέτη για να αποκτήσει δική της πολιτική ισχύ κατά τη διάρκεια των πιο ταραγμένων χρόνων της χώρας.
Η πορεία από τη φτώχεια της Σαντόνγκ μέχρι την εξουσία
Η ζωή της Τζιάνγκ Τσινγκ δεν προμήνυε τίποτα από όσα ακολούθησαν αργότερα. Γεννήθηκε σε συνθήκες φτώχειας στην επαρχία Σαντόνγκ, με πατέρα αλκοολικό και μητέρα παλλακίδα χαμηλού κοινωνικού κύρους. Η μητέρα της κατάφερε να ξεφύγει από την εκμετάλλευση και να επιστρέψει στην οικογένειά της, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την παραδοσιακή Κίνα της εποχής εκείνης. Το κοριτσάκι, που τότε ονομαζόταν Γιουνχέ, πέρασε στη φροντίδα του παππού της, χωρίς όμως να δείχνει τον αναμενόμενο σεβασμό στις παραδοσιακές αξίες της οικογένειάς της.
Η παράδοση ήθελε κάθε γυναίκα να ακολουθεί τις λεγόμενες Τρεις Υπακοές του Κομφούκιου: να υπακούει στον πατέρα ή τον παππού της, έπειτα στον σύζυγό της και, ως χήρα, στον γιο της. Η Γιουνχέ αρνήθηκε αυτό το μοντέλο και, σε ηλικία μόλις 16 ετών, βρέθηκε σε αδιέξοδο. Η λύση που επέλεξε ήταν να το σκάσει με έναν θίασο θεάτρου, μια απόφαση που γρήγορα αποδείχθηκε παγίδα, καθώς συνειδητοποίησε πως είχε απλώς ανταλλάξει την υπακοή στον παππού της με την υπακοή στον εργοδότη της. Ο παππούς της αναγκάστηκε τελικά να πληρώσει προκειμένου να την «απελευθερώσει» από τον θίασο, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για να γίνει δεκτή σε μια ακαδημία τεχνών, όπου διδάχθηκε τόσο το παραδοσιακό όσο και το δυτικό θέατρο και μουσική. Η εμπειρία της στην ακαδημία τεχνών αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για τη μετέπειτα πορεία της, πολύ πριν φτάσει να σταθεί δίπλα στον Μάο Τσετούνγκ και να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στα πιο ταραγμένα χρόνια της Κίνας, μακριά από τη ζωή που της είχε ορίσει η παράδοση της γενέτειράς της στη Σαντόνγκ.




