Ο Νίκολας Μπράντραμ, 44χρονος εγγονός της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Τσίσγουικ, στο δυτικό Λονδίνο, το βράδυ της Τρίτης 15 Σεπτεμβρίου 2026. Ο Μπράντραμ είχε αποκτήσει δημοσιότητα καθώς είχε συλληφθεί ως ύποπτος για την πολύκροτη υπόθεση του «Putney Pusher», το περιστατικό του 2017 όπου ένας δρομέας έσπρωξε μια γυναίκα μπροστά σε λεωφορείο. Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε ότι ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως αιφνίδιος, χωρίς ενδείξεις ύποπτων συνθηκών.
Πώς βρέθηκε νεκρός ο Νίκολας Μπράντραμ
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, αστυνομικοί και διασώστες του London Ambulance Service έφτασαν σε διεύθυνση στο Τσίσγουικ, στην περιοχή Hounslow, στις 19:12 με 19:15 την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου, έπειτα από αναφορά ότι ένας άνδρας είχε βρεθεί χωρίς τις αισθήσεις του μέσα σε ακίνητο. Παρά την άφιξη των διασωστών, ο 44χρονος διαπιστώθηκε νεκρός στο σημείο. Εκπρόσωπος της αστυνομίας δήλωσε ότι οι πλησιέστεροι συγγενείς του Μπράντραμ έχουν ήδη ενημερωθεί και ότι σχετικός φάκελος θα διαβιβαστεί στον ιατροδικαστή. Το όνομά του δεν είχε δημοσιοποιηθεί όσο βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνα για νομικούς λόγους, ωστόσο οι αρχές επέτρεψαν τη γνωστοποίησή του μετά τον θάνατό του, καθώς η ταυτότητά του αποτελούσε ήδη αντικείμενο έντονης διαδικτυακής φημολογίας.

Ο Νίκολας Μπράντραμ είχε σημαντική επαγγελματική διαδρομή στο City του Λονδίνου. Εργάστηκε στη χρηματιστηριακή εταιρεία Killik & Co και στην ισραηλινή τράπεζα Bank Leumi, προτού αναλάβει διευθυντική θέση στην υπηρεσία private banking της HSBC, όπου διαχειριζόταν περιουσιακά στοιχεία εύπορων ιδιωτών, μέχρι να τεθεί σε διαθεσιμότητα μετά τη σύλληψή του. Πριν από την τραπεζική του καριέρα, είχε υπηρετήσει ως λοχαγός στη Σκωτσέζικη Φρουρά του βρετανικού στρατού, με αποστολές στο Ιράκ, τη Βοσνία και το Αφγανιστάν. Το 2012, ο απόφοιτος Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Newcastle τιμήθηκε με το Μετάλλιο Διαμαντένιου Ιωβηλαίου της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, σε αναγνώριση της στρατιωτικής του υπηρεσίας.
Η υπόθεση «Putney Pusher» και το βασιλικό δέντρο
Η υπόθεση που έμεινε γνωστή ως «Putney Pusher» ξεκίνησε στις 5 Μαΐου 2017, όταν κάμερες ασφαλείας στη γέφυρα Putney Bridge κατέγραψαν έναν άνδρα που έκανε τζόκινγκ να σπρώχνει μια γυναίκα στο οδόστρωμα, ακριβώς τη στιγμή που πλησίαζε ένα λεωφορείο της γραμμής 430. Η γυναίκα γλίτωσε από σοβαρό τραυματισμό χάρη στην άμεση αντίδραση του οδηγού, ενώ ο δράστης εγκατέλειψε το σημείο ατάραχος. Το βίντεο έγινε viral διεθνώς, τόσο για τη βαρβαρότητα της πράξης όσο και για την ψυχρότητα του άνδρα. Οι ντετέκτιβ της Μητροπολιτικής Αστυνομίας ανέκριναν περίπου 50 άνδρες και συνέλαβαν τρεις υπόπτους στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας, μεταξύ των οποίων και έναν Αμερικανό τραπεζίτη επενδύσεων, ο οποίος απέδειξε ότι βρισκόταν στις ΗΠΑ την περίοδο εκείνη. Κανένας δεν κατηγορήθηκε τελικά και η έρευνα έκλεισε το 2018.

Νέα στοιχεία οδήγησαν στη σύλληψη του Μπράντραμ τον περασμένο Ιούνιο, στο ίδιο του το σπίτι στο Τσίσγουικ, ενώ μόλις μία εβδομάδα πριν τον θάνατό του είχε αφεθεί ελεύθερος υπό έρευνα, ώστε η αστυνομία να ολοκληρώσει τις ανακριτικές διαδικασίες. Ο Μπράντραμ κατάγεται από ελληνικές βασιλικές ρίζες: πατέρας του ήταν ο Πολ Μπράντραμ, μοναδικό παιδί της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας και του ταγματάρχη Ρίτσαρντ Κάμπελ Άντριου Μπράντραμ. Η πριγκίπισσα Αικατερίνη, γεννημένη το 1913, ήταν κόρη του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της βασίλισσας Σοφίας, αδελφή των βασιλέων Γεωργίου Β΄, Αλέξανδρου και Παύλου, καθώς και δισέγγονη της βασίλισσας Βικτωρίας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Βρετανία, όπου παντρεύτηκε τον Ρίτσαρντ Μπράντραμ, θέτοντας τα θεμέλια της οικογενειακής γραμμής που κατέληξε στον Νίκολας.
Τι αφήνει ανοιχτό ο θάνατός του
Ο θάνατος του Νίκολας Μπράντραμ αφήνει πλέον ανοιχτά ερωτήματα γύρω από την υπόθεση «Putney Pusher», καθώς, όπως σημειώνουν βρετανικά δημοσιεύματα, η εξέλιξη αυτή πιθανότατα σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει ποτέ δημόσια δικαστική διαδικασία που να δώσει επίσημες απαντήσεις για το ποιος ευθυνόταν για το περιστατικό του 2017. Καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης, κανένας ύποπτος δεν είχε κατηγορηθεί επισήμως, παρά τη μακρόχρονη και πολυσυζητημένη έρευνα των βρετανικών αρχών. Η Μητροπολιτική Αστυνομία δεν έχει ανακοινώσει ακόμη τα αίτια θανάτου του 44χρονου, ενώ ο σχετικός φάκελος αναμένεται να παραδοθεί στον ιατροδικαστή για περαιτέρω διερεύνηση.





