Η Wall Street έκλεισε με μεικτά πρόσημα σε μια ιδιαίτερα νευρική συνεδρίαση, καθώς οι επενδυτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, το νέο άλμα στις αποδόσεις ομολόγων και τα πιο σκληρά μηνύματα από τη Fed για την πορεία των επιτοκίων. Ο δείκτης Dow Jones σημείωσε την τρίτη συνεχόμενη πτωτική του συνεδρίαση, ενώ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκαν οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν και μια πιθανή συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων εκτινάχθηκαν σε επίπεδα πολλών δεκαετιών, αυξάνοντας την ανησυχία των αγορών.
Πτώση για τον Dow, σταθερότητα για Nasdaq και S&P 500
Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχώρησε κατά 161,61 μονάδες ή 0,31%, κλείνοντας στις 51.349,98 μονάδες, συμπληρώνοντας έτσι την τρίτη καθοδική του ημέρα. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 έκλεισε με οριακή πτώση 0,02%, στις 7.704,13 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq κατάφερε να παραμείνει σε οριακά θετικό έδαφος, με άνοδο 0,01% και κλείσιμο στις 26.939,37 μονάδες. Οι βασικοί δείκτες είχαν ξεκινήσει τη συνεδρίαση με σημαντικά μεγαλύτερη πτώση, όμως περιόρισαν τις απώλειές τους αφότου το Reuters ανέφερε πως Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές στη Νέα Υόρκη εξετάζουν ενδεχόμενη συμφωνία για σταδιακό τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την άρση του οικονομικού αποκλεισμού της Τεχεράνης.
Παρά την ανακούφιση που έφερε αυτό το ενδεχόμενο, οι τιμές του πετρελαίου παρέμειναν αυξημένες. Το Brent ενισχύθηκε πάνω από 3%, κλείνοντας πάνω από τα 106 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI σημείωσε αντίστοιχη άνοδο, κλείνοντας κοντά στα 95 δολάρια το βαρέλι. Παράλληλα, η αγορά ομολόγων παρέμεινε στο επίκεντρο, με το sell-off να συνεχίζεται. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου εκτινάχθηκε στο 5,183%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2007, ενώ η απόδοση του 30ετούς έφτασε στο 5,475%, επίπεδο που δεν είχε καταγραφεί από τον Ιούνιο του 2004. Η απόδοση του 2ετούς τίτλου ενισχύθηκε στο 4,914%. Από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η απόδοση του 2ετούς έχει ανέβει κατά πάνω από 150 μονάδες βάσης, ενώ το 30ετές έχει προσθέσει τουλάχιστον 80 μονάδες βάσης.

Αυξημένες προσδοκίες για νέα αύξηση επιτοκίων
Το νέο ράλι στις αποδόσεις τροφοδοτήθηκε κυρίως από την αλλαγή των προσδοκιών για την πορεία της νομισματικής πολιτικής της Fed. Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch της CME, οι αγορές εκτιμούν πλέον πιθανότητα περίπου 77,5% για δεύτερη σερί αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο, έναντι μόλις 55,4% μία εβδομάδα νωρίτερα. Η πιθανότητα νέας αύξησης του κόστους δανεισμού τον Δεκέμβριο έχει ξεπεράσει το 58%, από 41,7% την προηγούμενη εβδομάδα. Οι επενδυτές αντέδρασαν στις δηλώσεις αξιωματούχων της Fed, οι οποίοι υπογράμμισαν την ανάγκη να διασφαλιστεί η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο, με την πρόεδρο της Fed της Φιλαδέλφειας, Άννα Πόλσον, να σχολιάζει το ενδεχόμενο περαιτέρω σύσφιξης.
«Η αγορά αντιμετωπίζει έναν τριπλό μακροοικονομικό αντίθετο άνεμο: υψηλότερο πετρέλαιο, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων και μια πιο επιθετική Fed. Ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες ξεχωριστά μπορεί να αντιμετωπιστεί. Όταν όμως εμφανίζονται και οι τρεις ταυτόχρονα, μπορούν να ασκήσουν πίεση στις αποτιμήσεις των μετοχών», εξήγησε ο Κινγκ Λιπ, επικεφαλής στρατηγικής στην BakerAvenue Wealth Management. Αντίστοιχα, ο Τζέιστον Στέφενς, ιδρυτής της Evertern Wealth, σημείωσε ότι «η οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, όμως αυτή η ισχύς διατηρεί ζωντανές τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και ωθεί τα επιτόκια υψηλότερα», προσθέτοντας πως η αγορά ομολόγων είναι ίσως η σημαντικότερη αγορά που πρέπει να παρακολουθούν αυτή τη στιγμή οι επενδυτές. Σύμφωνα με τον ίδιο, το μεγαλύτερο ζήτημα δεν είναι αν η Fed θα αυξήσει ξανά τα επιτόκια, αλλά για πόσο καιρό αυτά θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων τείνουν να πιέζουν τα οικονομικά των καταναλωτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος δανεισμού σε μια περίοδο κατά την οποία ήδη πληρώνουν περισσότερα για καύσιμα. Ωστόσο, οι δείκτες μεταποίησης και υπηρεσιών της S&P Global, που δημοσιεύθηκαν την Τετάρτη, έδειξαν ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, στοιχείο που ενισχύει το σενάριο μιας οικονομίας που παραμένει ανθεκτική παρά τις πιέσεις.




