Η Ελλάδα θα μπορούσε να φθάσει στην πιστοληπτική αξιολόγηση Α πριν από το 2030, εφόσον συνεχιστεί η πρόοδος στη δημόσια διοίκηση και ενισχυθεί η λειτουργία των θεσμών. Αυτό δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην ετήσια συνάντηση του οίκου αξιολόγησης Scope Ratings, που έγινε χθες, 24 Σεπτεμβρίου 2026, στην Αθήνα. Η δημοσιονομική σύνεση και η ανάπτυξη έχουν ήδη ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές, όμως η περαιτέρω αναβάθμιση προϋποθέτει σταθερή βελτίωση της ποιότητας των θεσμών.
Διαβάστε επίσης: Ο Στουρνάρας μιλά για ακρίβεια και μισθούς στην Ελλάδα
Τι είπε ο Στουρνάρας για δικαιοσύνη και ανάπτυξη
Ο Γιάννης Στουρνάρας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα της δικαιοσύνης, επισημαίνοντας ότι η μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη έχει ήδη μειώσει τον μέσο χρόνο έκδοσης πρωτόδικης απόφασης περίπου στο ένα έτος, από περισσότερα από δύο χρόνια προηγουμένως. Η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, υπογράμμισε, βελτιώνει την ασφάλεια δικαίου και ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Παράλληλα, ο διοικητής της ΤτΕ σχολίασε τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας σε σχέση με την ευρωζώνη, παρά τις εξωτερικές αναταράξεις και την αυξημένη αβεβαιότητα. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη.
Η επίδοση αυτή αντανακλά, σύμφωνα με τον Στουρνάρα, τη δημοσιονομική εξυγίανση, την ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 είχε ήδη απτά αποτελέσματα στο κόστος δανεισμού της χώρας. Ο διοικητής υπενθύμισε ότι μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος προέβλεπε μείωση περίπου 70 μονάδων βάσης στη διαφορά απόδοσης των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, ενώ έκτοτε το περιθώριο έχει υποχωρήσει κατά περίπου 60 μονάδες βάσης. Η αγορά πλέον τιμολογεί την Ελλάδα πλησιέστερα σε χώρες με αξιολόγηση Α παρά σε εκείνες της κατηγορίας ΒΒΒ, χωρίς αυτό να προδικάζει μελλοντικές αποφάσεις των οίκων.

Το πλαίσιο: δημοσιονομικός χώρος και δηλώσεις Μητσοτάκη
Καθοριστικό ρόλο στις αναβαθμίσεις των τελευταίων ετών, πρόσθεσε ο Στουρνάρας, είχαν τα διατηρήσιμα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους και ο μειωμένος πολιτικός κίνδυνος. Οι προβολές της ΤτΕ δείχνουν ότι η ευνοϊκή δυναμική του χρέους μπορεί να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα, καθώς το κόστος εξυπηρέτησης αναμένεται να παραμείνει χαμηλότερο από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Αναφέρθηκε επίσης στον ευρύτερο ευρωπαϊκό ρόλο των οίκων αξιολόγησης, σημειώνοντας ότι η Scope είναι ο πρώτος ευρωπαϊκός οίκος που έγινε αποδεκτός από το Ευρωσύστημα στο πλαίσιο του ECAF.
Στο ίδιο κλίμα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στο Bloomberg, υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη δημοσιονομική θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Έχουμε πλεόνασμα, έχουμε πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους, μειώνουμε το έλλειμμα με ταχύτατο ρυθμό, οπότε έχουμε δημοσιονομικό χώρο για να υποστηρίξουμε τα εισοδήματα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από το 2010 και πλέον μπορεί να δανείζεται με κόστος χαμηλότερο από αυτό τεσσάρων χωρών του G7, γεγονός που θεωρεί σημαντικό επίτευγμα για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας στην Ευρώπη.
Τι ακολουθεί
Ο Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι χωρίς μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι επόμενοι μήνες ενδέχεται να είναι δύσκολοι λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους. «Κάποια στιγμή, ίσως και η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει δράση και να μας επιτρέψει λίγο μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία. Διαφορετικά θα είναι δύσκολος ο χειμώνας», ανέφερε. Σχετικά με τη φορολογία καυσίμων, εξήγησε ότι μια μείωση προϋποθέτει έγκριση ευρωπαϊκής εξαίρεσης, καθώς «ο μόνος τρόπος που μπορούμε να μειώσουμε αυτόν τον φόρο είναι αν πάρουμε μια απαλλαγή από την Ευρώπη». Παράλληλα, επανέλαβε τη στήριξή του στην ενεργειακή μετάβαση, σημειώνοντας ότι πάνω από το 55% της ενέργειας στην Ελλάδα παράγεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπεται ο ρόλος των ορυκτών καυσίμων στην ενεργειακή ασφάλεια βραχυπρόθεσμα.




