Η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απαίτησε την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου από το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ την άρση των περιορισμών ως προς τις απελάσεις σε τρίτες χώρες παράτυπων μεταναστών. Η προσφυγή κατατέθηκε με διαδικασία κατεπείγοντος, ενώπιον δικαστηρίου όπου έχουν αποφασιστική πλειοψηφία συντηρητικοί δικαστές. Το αίτημα έρχεται έπειτα από δικαστική απόφαση που εμποδίζει την κυβέρνηση να προχωρά απροειδοποίητα σε τέτοιες απελάσεις. Το θέμα των απελάσεων σε τρίτες χώρες βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας κρίσιμης νομικής μάχης στις ΗΠΑ.
Η δικαστική διαμάχη και το ιστορικό της υπόθεσης
Η προσφυγή της κυβέρνησης έγινε έπειτα από απόφαση εφετείου στις 18 Σεπτεμβρίου, η οποία ουσιαστικά επιβεβαίωσε προγενέστερη απόφαση που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο από ομοσπονδιακό δικαστή της Βοστόνης. Ο δικαστής, Μπράιαν Μέρφι, είχε κρίνει τότε πως οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν απέλαση σε χώρα διαφορετική από την πατρίδα τους πρέπει να έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν τον κίνδυνο διωγμού ή βασανιστηρίων. Σύμφωνα με την απόφασή του, όσοι αφορούν αποφάσεις απέλασης σε τρίτες χώρες πρέπει πρώτα να προειδοποιούνται και στη συνέχεια να τους δίνεται επαρκής προθεσμία για την υποβολή ενστάσεων, με βάση τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο δικαστής Μέρφι είχε διατάξει την αναστολή απέλασης ομάδας μεταναστών, κυρίως υπηκόων ασιατικών χωρών, προς το Νότιο Σουδάν, μια χώρα βυθισμένη σε εμφύλιες συγκρούσεις. Ωστόσο το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου είχε προσφύγει τότε επειγόντως η κυβέρνηση Τραμπ, ενέκρινε τελικά την απέλαση, και οι μετανάστες μεταφέρθηκαν στο Νότιο Σουδάν τον Ιούλιο του 2025. Το νέο αίτημα της κυβέρνησης επιδιώκει να επεκτείνει αυτή τη λογική σε ευρύτερη κλίμακα, ζητώντας πλήρη άρση των δικαστικών εμποδίων.

Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και οι νέες οδηγίες
Ο νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, Τζον Σάουερ, αναφέρθηκε σε «ουσιαστικά επιμελητειακά προβλήματα» που δημιουργεί η πρωτόδικη απόφαση και ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο «να σταματήσει αυτό το χάος». Ως παράδειγμα ανέφερε ότι το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας ακύρωσε ήδη πτήση προς τρεις χώρες που επρόκειτο να μεταφέρει 70 αλλοδαπούς με ποινικές καταδίκες. Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι οι απελάσεις σε τρίτες χώρες αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για την απομάκρυνση όσων χαρακτηρίζει «τους χειρότερους αλλοδαπούς εγκληματίες».
Ο Σάουερ υπερασπίστηκε τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες που έθεσε το υπουργείο το 2025, οι οποίες είχαν χαρακτηριστεί «παράνομες» τόσο από τον δικαστή Μέρφι όσο και από το εφετείο. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, οι απελάσεις σε τρίτες χώρες επιτρέπονται μόνο εφόσον η χώρα υποδοχής εγγυάται ότι τα υπό απέλαση πρόσωπα δεν θα υποστούν διωγμούς ή βασανιστήρια, με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αξιολογεί τις εγγυήσεις αυτές ως αξιόπιστες, χωρίς δυνατότητα έφεσης. Όπως υποστήριξε ο Σάουερ, όταν η εκτελεστική εξουσία κρίνει ότι μια τρίτη χώρα δεν διώκει και δεν βασανίζει, αυτή η εκτίμηση οφείλει να θεωρείται δεδομένη.
Τι ακολουθεί
Το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε προθεσμία έως το βράδυ της Δευτέρας στην αντίδικη πλευρά προκειμένου να απαντήσει στο αίτημα της κυβέρνησης. Το διακύβευμα, όπως είχε επισημάνει ο δικαστής Μέρφι στην αρχική του απόφαση, είναι το κατά πόσον η κυβέρνηση μπορεί να απελαύνει κάποιον απροειδοποίητα σε χώρα όπου ενδέχεται να υποστεί διωγμό ή βασανιστήρια. Η απόφαση που αναμένεται να λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο εφαρμογής της μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ για το υπόλοιπο της θητείας της.




