Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα καταγράφει πρωτοφανή αύξηση στις καταγγελίες πολιτών το πρώτο οκτάμηνο του 2026. Σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Αρχή, οι καταγγελίες στην Αρχή Δεδομένων εκτινάχθηκαν σε 2.611, έναντι 1.227 το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η άνοδος αυτή αγγίζει το 113% σε ετήσια βάση, ενώ σε σύγκριση με το 2022 η αύξηση ανέρχεται σε εντυπωσιακό 199%. Το φαινόμενο συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αυξανόμενη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στη σύνταξη καταγγελιών.
Ραγδαία αύξηση των καταγγελιών στην Αρχή Δεδομένων το πρώτο οκτάμηνο
Τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η Αρχή για το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026 δείχνουν μια σταθερά ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια. Από τις 1.227 καταγγελίες του 2025, ο αριθμός υπερδιπλασιάστηκε φτάνοντας τις 2.611 μέσα σε έναν χρόνο, κάτι που αντιστοιχεί σε αύξηση 113%. Η σύγκριση με το 2022 αποκαλύπτει ακόμη πιο έντονη μεταβολή, καθώς η αύξηση φτάνει το 199% σε βάθος τετραετίας. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν ότι οι πολίτες προσφεύγουν πλέον πολύ πιο συχνά στην Αρχή για ζητήματα που αφορούν την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων.
Παράλληλα με την ποσοτική αύξηση, η Αρχή επισημαίνει και σημαντική διαφοροποίηση στην ποιότητα και την πολυπλοκότητα των υποθέσεων που φτάνουν στα γραφεία της. Δεν πρόκειται απλώς για περισσότερες καταγγελίες, αλλά και για πιο σύνθετο περιεχόμενο, το οποίο απαιτεί περισσότερο χρόνο και εξειδικευμένη ανάλυση για να εξεταστεί.
Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης στις καταγγελίες
Ένα από τα βασικά ευρήματα της Αρχής είναι η σημαντική αύξηση στη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για τη σύνταξη των καταγγελιών. Η Αρχή αναγνωρίζει ότι τα εργαλεία αυτά μπορούν να φανούν χρήσιμα, ιδίως για την οργάνωση και τη διατύπωση ενός κειμένου. Ωστόσο, υπάρχει και η αρνητική όψη του νομίσματος. Όταν το περιεχόμενο που παράγεται με τεχνητή νοημοσύνη είναι εξαιρετικά εκτενές ή περιλαμβάνει ανακριβείς πληροφορίες, νομικά επιχειρήματα αμφίβολης εγκυρότητας ή περιπτώσεις «παραισθήσεων τεχνητής νοημοσύνης», η αξιολόγηση και η διερεύνηση της καταγγελίας γίνεται σημαντικά πιο δύσκολη.
Η Αρχή προειδοποιεί ότι υπάρχει κίνδυνος να «χαθεί» το κυρίως αντικείμενο μιας καταγγελίας μέσα σε ένα εκτενές κείμενο παραγόμενο από τεχνητή νοημοσύνη, ή να επιχειρείται να επιλυθούν όλα τα ζητήματα ενός πολίτη μέσω επίκλησης της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα, ακόμη και σε περιπτώσεις που υπάρχει ειδικότερη νομοθεσία που ταιριάζει καλύτερα στο πρόβλημα. Για αυτόν τον λόγο, η Αρχή συστήνει στους πολίτες να προτιμούν τη σαφή και συνοπτική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, καθώς αυτή κρίνεται κατά κανόνα πολύ πιο χρήσιμη για την αξιολόγηση μιας υπόθεσης σε σχέση με εκτενή κείμενα που παράγονται αυτοματοποιημένα.
Περιορισμένο προσωπικό και καθυστερήσεις στην εξέταση υποθέσεων
Η σημαντική αύξηση του αριθμού και της πολυπλοκότητας των νέων υποθέσεων επιβαρύνει ουσιωδώς το έργο της Αρχής, η οποία λειτουργεί με περιορισμένο αριθμό ειδικών επιστημόνων. Παρά τις δυσκολίες, η Αρχή δηλώνει ότι καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτελεσματική διαχείριση του αυξανόμενου όγκου υποθέσεων, την τήρηση των προθεσμιών όπου αυτές προβλέπονται από τη νομοθεσία, καθώς και την ενημέρωση των καταγγελλόντων για την πορεία των υποθέσεών τους.
Ωστόσο, λόγω του ιδιαίτερα αυξημένου αριθμού νέων καταγγελιών, της αυξημένης πολυπλοκότητάς τους, αλλά και της εκκρεμότητας υποθέσεων από προηγούμενα έτη, η Αρχή σημειώνει πως είναι πρακτικά αδύνατη η ολοκλήρωση όλων των υποθέσεων εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Ο χρόνος εξέτασης κάθε υπόθεσης εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της, την πολυπλοκότητά της και τις ενέργειες διερεύνησης που απαιτούνται, με αποτέλεσμα ορισμένες υποθέσεις να χρειάζονται αρκετούς μήνες ή και περισσότερο χρόνο για να κλείσουν.
Η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί σταδιακά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας πρόσληψης πρόσθετου προσωπικού, για την οποία έχουν ήδη εγκριθεί οι σχετικές θέσεις από το 2025. Η Αρχή εκτιμά ωστόσο ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αισθητή βελτίωση στον χρόνο εξέτασης του συνόλου των υποθέσεων πριν από την πάροδο τουλάχιστον ενός έτους, θέτοντας παράλληλα προτεραιότητες στην εξέταση των πιο σύνθετων και πιεστικών περιπτώσεων.




