Εξαρθρώθηκαν δύο σπείρες αρχαιοκαπηλίας στη Βόρεια Ελλάδα
Κοινωνία

Εξαρθρώθηκαν δύο σπείρες αρχαιοκαπηλίας στη Βόρεια Ελλάδα

9 Οκτωβρίου 2026|4 λεπτά ανάγνωση

Σε εξάρθρωση δύο σπειρών αρχαιοκαπηλίας προχώρησε η Ελληνική Αστυνομία στη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη σύλληψη 11 ατόμων. Η αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 σε περιοχές των νομών Κοζάνης, Καβάλας, Ξάνθης, Δράμας, Ροδόπης και Έβρου, με τη συμμετοχή 60 αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος. Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρίσκεται ένας εν ενεργεία στρατιωτικός, ο οποίος φέρεται να ηγούνταν μίας από τις δύο οργανώσεις. Η υπόθεση αφορά συστηματικές λαθρανασκαφές, παράνομη κατοχή αρχαιοτήτων και προσπάθεια διάθεσής τους σε πρόσωπα του εξωτερικού.

Πολύμηνη έρευνα πριν την αστυνομική επιχείρηση

Της επιχείρησης προηγήθηκε πολύμηνη προανακριτική έρευνα από το Γραφείο Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αρχαιοτήτων του Τμήματος Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Ανθρώπων και Αγαθών. Οι αστυνομικοί αξιοποίησαν πληροφοριακά στοιχεία, διενήργησαν φυσικές επιτηρήσεις και εφάρμοσαν ειδικές ανακριτικές πράξεις, μέσα από τις οποίες διακριβώθηκε η δομή και η ιεραρχία των δύο οργανώσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι δύο σπείρες αρχαιοκαπηλίας δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, λειτουργώντας με πανομοιότυπο τρόπο. Βασικός σκοπός τους ήταν ο εντοπισμός, η απόκτηση και η περαιτέρω διάθεση αρχαιοτήτων, είτε μέσω παράνομων ερευνών και λαθρανασκαφών είτε μέσω αναζήτησης ατόμων που είχαν ήδη στην κατοχή τους αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Από τους 11 συλληφθέντες, οι 10 είναι ημεδαποί και ένας αλλοδαπός, ενώ σε βάρος όλων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων.

Για τον εντοπισμό πιθανών στόχων, τα μέλη των δύο οργανώσεων είχαν αναπτύξει δίκτυο τοπικών συνεργατών, οι οποίοι συγκέντρωναν πληροφορίες για περιοχές με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Η επιλογή των σημείων όπου θα πραγματοποιούνταν οι έρευνες δεν βασιζόταν μόνο στην πιθανότητα εντοπισμού αρχαιοτήτων, αλλά λάμβανε υπόψη και την προσβασιμότητα της περιοχής, την αναμενόμενη απόδοση και τον κίνδυνο εντοπισμού από τις Αρχές. Για τις παράνομες έρευνες διέθεταν εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, ενώ χρησιμοποιούσαν τετρακίνητα οχήματα για τη μετάβαση σε δυσπρόσιτες περιοχές. Όταν εντόπιζαν ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων, προχωρούσαν σε ανασκαφές με αξίνες, κρουστικά δράπανα και ηλεκτρογεννήτριες. Κατά τις έρευνες σε σπίτια και επαγγελματικούς χώρους, οι αστυνομικοί κατέσχεσαν 24 ανιχνευτές μετάλλων, αρχαία νομίσματα, πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων, 3 αυτοκίνητα, μέσα επικοινωνίας, 3 κυνηγετικά όπλα, ένα αεροβόλο πιστόλι, μία ξιφολόγχη, 875 τουρκικές λίρες, 3 χρυσές λίρες και το χρηματικό ποσό των 11.130 ευρώ.

Αστυνομική επιχείρηση κατά σπειρών αρχαιοκαπηλίας στη Βόρεια Ελλάδα

Κωδικές λέξεις των σπειρών αρχαιοκαπηλίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος επικοινωνίας των μελών, τα οποία προτιμούσαν τις διά ζώσης συναντήσεις και εφάρμοζαν μεθόδους αντιπαρακολούθησης για να αποκρύψουν τη δράση τους. Όταν ήταν αναγκαία η τηλεφωνική επικοινωνία, χρησιμοποιούσαν κωδικές λέξεις: οι όροι «δουλειά», «σοβαρή δουλειά», «προθέρμανση» και «αθλήματα» αναφέρονταν στις παράνομες αρχαιολογικές έρευνες, ενώ «jogging», «γυμναστική» και «βόλτα» περιέγραφαν τη μετάβαση στην ύπαιθρο. Τα «όργανα γυμναστικής» αφορούσαν τον εξοπλισμό, όπως τους ανιχνευτές μετάλλων, η λέξη «φόρτιση» παρέπεμπε στην προετοιμασία του εξοπλισμού, το «κέρμα» χρησιμοποιούνταν για τα αρχαία νομίσματα, τα «άσπρα» για ασημένια και χρυσά νομίσματα σε καλή κατάσταση και η λέξη «θαύμα» περιέγραφε την ανακάλυψη αρχαίων μνημείων μεγάλης αξίας.

Στην πρώτη εγκληματική οργάνωση, ο φερόμενος ως αρχηγός είχε τον κεντρικό επιχειρησιακό έλεγχο, αναλαμβάνοντας τη συλλογή πληροφοριών, την επιλογή στόχων, την υλικοτεχνική προετοιμασία, τη λήψη μέτρων προφύλαξης και τη διανομή των παράνομων εσόδων. Σύμφωνα με την έρευνα, διέθετε εμπειρία στην εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων που εντοπίζονταν και αποφάσιζε την απόκτησή τους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, με σκοπό τη διάθεσή τους σε πρόσωπα του εξωτερικού. Στη δεύτερη οργάνωση, ως φερόμενος διευθύνων εμφανίζεται ο εν ενεργεία στρατιωτικός, ο οποίος συμμετείχε συστηματικά σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και λαθρανασκαφές, κυρίως στην περιοχή του Έβρου. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε και σε άλλο μέλος της ίδιας ομάδας, το οποίο είχε δημιουργήσει σε βάθος χρόνου αρχείο με θέσεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αξιοποιώντας παλαιά έγγραφα, σχεδιαγράμματα και στοιχεία από επιτόπιες έρευνες.

Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια των αρμόδιων δικαστικών Αρχών, οι οποίες θα εξετάσουν τις κατηγορίες που αποδίδονται στους 11 συλληφθέντες στο πλαίσιο της προβλεπόμενης δικαστικής διαδικασίας.

Σχετικά άρθρα