Δύο εγκληματικές οργανώσεις αρχαιοκαπηλίας εξαρθρώθηκαν την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026 από την Ελληνική Αστυνομία, ύστερα από ευρείας κλίμακας επιχείρηση στη Βόρεια Ελλάδα. Στη δράση, που εκτυλίχθηκε σε περιοχές των νομών Κοζάνης, Καβάλας, Ξάνθης, Δράμας, Ροδόπης και Έβρου, συμμετείχαν 60 αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος. Συνολικά συνελήφθησαν 11 άτομα, μεταξύ των οποίων τα φερόμενα ως αρχηγικά μέλη των δύο σπειρών αρχαιοκαπηλίας, με έναν από τους συλληφθέντες να είναι εν ενεργεία στρατιωτικός.
Η επιχείρηση και οι συλλήψεις
Ανάμεσα στους 11 συλληφθέντες καταγράφονται 10 Έλληνες και ένας αλλοδαπός, ενώ σε βάρος όλων σχηματίστηκε δικογραφία για, κατά περίπτωση, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και για παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων. Η αστυνομική επιχείρηση αποτέλεσε την κατάληξη πολύμηνης προανακριτικής έρευνας που διεξήγαγε το Γραφείο Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αρχαιοτήτων του Τμήματος Καταπολέμησης Παράνομης Διακίνησης Ανθρώπων και Αγαθών.
Για τις ανάγκες της έρευνας αξιοποιήθηκαν πληροφοριακά στοιχεία, διενεργήθηκαν φυσικές επιτηρήσεις και εφαρμόστηκαν ειδικές ανακριτικές πράξεις, μέσω των οποίων διακριβώθηκε η δομή και η ιεραρχία των δύο οργανώσεων, καθώς και ο ρόλος κάθε μέλους ξεχωριστά. Οι Αρχές διαπίστωσαν ότι οι δύο σπείρες δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2025, λειτουργώντας με πανομοιότυπο τρόπο δράσης σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.
Πώς δρούσαν οι δύο σπείρες αρχαιοκαπηλίας
Βασικός στόχος των δύο οργανώσεων ήταν ο εντοπισμός, η απόκτηση και η περαιτέρω διάθεση αρχαιοτήτων, είτε μέσω παράνομων ερευνών και λαθρανασκαφών είτε μέσω της αναζήτησης προσώπων που είχαν ήδη στην κατοχή τους αντικείμενα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και επιθυμούσαν να τα πουλήσουν. Για τον εντοπισμό πιθανών στόχων, τα μέλη είχαν αναπτύξει δίκτυο τοπικών συνεργατών, οι οποίοι συγκέντρωναν πληροφορίες για περιοχές με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Η επιλογή των σημείων δεν βασιζόταν μόνο στην πιθανότητα εύρεσης αρχαιοτήτων, αλλά λάμβανε υπόψη και την προσβασιμότητα της περιοχής, την αναμενόμενη απόδοση των ευρημάτων, καθώς και τον κίνδυνο εντοπισμού από τις Αρχές.

Για τις παράνομες έρευνες τα μέλη διέθεταν εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, όπως ανιχνευτές μετάλλων και μηχανήματα διασκόπησης εδάφους, ενώ χρησιμοποιούσαν τετρακίνητα οχήματα για να φτάνουν σε δυσπρόσιτες περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Όταν εντόπιζαν ενδείξεις ύπαρξης αρχαιοτήτων, προχωρούσαν σε ανασκαφές με αξίνες, κρουστικά δράπανα και ηλεκτρογεννήτριες. Χαρακτηριστικό στοιχείο της υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι τα μέλη χρησιμοποιούσαν κωδικές ονομασίες για να καλύπτουν τη δράση τους, όπως «Jogging», «γυμναστική» και «θαύμα».
Ο ρόλος του στρατιωτικού και τα κατασχεθέντα
Στην πρώτη οργάνωση, ο φερόμενος ως αρχηγός είχε τον κεντρικό επιχειρησιακό έλεγχο, αναλαμβάνοντας τη συλλογή πληροφοριών, την επιλογή των στόχων, την προετοιμασία του εξοπλισμού, τη λήψη μέτρων προφύλαξης και τη διανομή των παράνομων εσόδων. Διέθετε, σύμφωνα με την έρευνα, εμπειρία στην εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων και αποφάσιζε την απόκτησή τους έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, με σκοπό τη μεταπώλησή τους σε πρόσωπα του εξωτερικού.
Στη δεύτερη οργάνωση, ως φερόμενος επικεφαλής εμφανίζεται ο εν ενεργεία στρατιωτικός, ο οποίος φέρεται να συμμετείχε συστηματικά σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και λαθρανασκαφές, κυρίως στην περιοχή του Έβρου. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και σε άλλο μέλος της ίδιας ομάδας, το οποίο είχε δημιουργήσει, σε βάθος χρόνου, αρχείο με θέσεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αξιοποιώντας παλαιά έγγραφα, σχεδιαγράμματα και στοιχεία από επιτόπιες έρευνες.
Στις έρευνες που διενεργήθηκαν σε σπίτια και επαγγελματικούς χώρους των συλληφθέντων κατασχέθηκαν 24 ανιχνευτές μετάλλων, αρχαία νομίσματα, εξειδικευμένος εξοπλισμός διασκόπησης εδάφους, όπλα και το χρηματικό ποσό των 11.130 ευρώ. Το σύνολο των κατασχεθέντων αντικειμένων παραδόθηκε στις αρμόδιες Αρχές για περαιτέρω εξέταση, ενώ η έρευνα για τον εντοπισμό τυχόν επιπλέον εμπλεκομένων στη διακίνηση των αρχαιοτήτων στο εξωτερικό συνεχίζεται.




