Το γρήγορο περπάτημα φαίνεται να βοηθά περισσότερο τους μεγαλύτερους ενήλικες με σωματική ευπάθεια σε σχέση με έναν χαλαρό περίπατο, σύμφωνα με κλινική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One. Η έρευνα εξέτασε αν ο ρυθμός βαδίσματος επηρεάζει τη λειτουργικότητα ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας που δυσκολεύονται σε απλές καθημερινές κινήσεις, όπως μια βόλτα μέχρι τα μαγαζιά ή η ανάβαση λίγων σκαλοπατιών. Τα ευρήματα θεωρούνται ενθαρρυντικά, χωρίς όμως να είναι οριστικά.
Τι έδειξε η μελέτη για τον ρυθμό βαδίσματος
Στην έρευνα συμμετείχαν 165 άνθρωποι που διέμεναν σε συγκροτήματα κατοικιών για ηλικιωμένους κοντά στο Σικάγο. Από αυτούς, 105 άτομα ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα και συμπεριλήφθηκαν στην τελική ανάλυση, με μέση ηλικία τους 79 έτη. Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν διαγνωστεί με σωματική ευπάθεια (frailty) ή βρίσκονταν σε ένα προηγούμενο, ηπιότερο στάδιο αυτής της κατάστασης, η οποία συνδέεται με αδυναμία, εύκολη κόπωση, πιο αργό βάδισμα και περιορισμένη δραστηριότητα.
Για διάστημα 16 εβδομάδων, οι συμμετέχοντες περπατούσαν 45 λεπτά, τρεις φορές την εβδομάδα, με επίβλεψη από μέλος της ερευνητικής ομάδας. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία ακολουθούσε χαλαρό ρυθμό περπατήματος, ενώ η άλλη περπατούσε με πιο γρήγορο βήμα, καταβάλλοντας μεγαλύτερη σωματική προσπάθεια στη διάρκεια της ίδιας άσκησης. Στο τέλος του προγράμματος, περίπου το 70% όσων περπατούσαν με γρήγορο ρυθμό μετακινήθηκε σε ηπιότερη κατηγορία ευπάθειας, έναντι περίπου 46% στην ομάδα του χαλαρού περιπάτου.
Η ομάδα του γρήγορου περπατήματος παρουσίασε επίσης μεγαλύτερη βελτίωση στη συνηθισμένη ταχύτητα βάδισης, καθώς και στην απόσταση που μπορούσε να διανύσει μέσα σε έξι λεπτά σε σχέση με την ομάδα του χαλαρού ρυθμού. Ωστόσο, δεν καταγράφηκε σαφής υπεροχή της μιας ομάδας έναντι της άλλης σε όλες τις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν, όπως σε εκείνη που αφορούσε την ισορροπία των συμμετεχόντων.
Περιορισμοί της έρευνας και ανάγκη εξατομίκευσης
Παράλληλα με τα θετικά ευρήματα, οι ερευνητές επισήμαναν σημαντικούς περιορισμούς. Από τους 165 συμμετέχοντες που ξεκίνησαν το πρόγραμμα, 60 άτομα δεν το ολοκλήρωσαν. Οι αποχωρήσεις ήταν περισσότερες στην ομάδα του γρήγορου περπατήματος, ενώ οι περισσότεροι από όσους αποχώρησαν είχαν ήδη μειωμένη σωματική λειτουργικότητα από την αρχή της μελέτης. Όταν οι επιστήμονες συνυπολόγισαν στατιστικά τα δεδομένα που έλειπαν λόγω των αποχωρήσεων, το πλεονέκτημα του γρηγορότερου ρυθμού βαδίσματος μειώθηκε σε σχέση με τα αρχικά αποτελέσματα.
Για αυτό τον λόγο, οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα ευρήματα χρειάζονται επιβεβαίωση από μεγαλύτερες μελέτες στο μέλλον. Εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι ότι όλοι οι περίπατοι της έρευνας γίνονταν με επίβλεψη ειδικού, κάτι που δεν αντιστοιχεί πάντα στην καθημερινή πραγματικότητα. Τα αποτελέσματα, όπως διευκρινίζεται, δεν αποτελούν γενική οδηγία για κάθε ενήλικα που αντιμετωπίζει αδυναμία ή δυσκολία στην κίνηση.
Ο ρυθμός και η διάρκεια του περπατήματος χρειάζεται να προσαρμόζονται στις δυνατότητες, τη φυσική κατάσταση και την υγεία κάθε ατόμου ξεχωριστά, με κατάλληλη καθοδήγηση από ειδικό και κατόπιν έγκρισης του θεράποντος γιατρού. Η εξατομίκευση του προγράμματος άσκησης παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα κάθε παρέμβασης σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με σωματική ευπάθεια.




