simera24.gr

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ

Καμπανάκι Κοτζαμάνη: Κάτω από 1,4 εκατ. γεννήσεις σε 20ετία

Έρευνα του καθηγητή Δημογραφίας Βύρωνα Κοτζαμάνη αποτυπώνει τη συνεχή συρρίκνωση των γεννήσεων στην Ελλάδα, που από τις 150.000 ετησίως τη δεκαετία του 1950 προβλέπεται να φτάσουν τις 65.000 το 2026.

Newsroom simera24.gr · 2 Νοεμβρίου 2026 · Κοινωνία

Καμπανάκι Κοτζαμάνη: Κάτω από 1,4 εκατ. γεννήσεις σε 20ετία

Ένα ηχηρό προειδοποιητικό σήμα για το μέλλον του πληθυσμού της Ελλάδας εκπέμπει νέα έρευνα για την πορεία των γεννήσεων. Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο αφυπηρετήσας καθηγητής Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και Διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρων Κοτζαμάνης σκιαγραφούν μια δημογραφική συρρίκνωση χωρίς ορατό τέλος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, την επόμενη 20ετία οι γεννήσεις στη χώρα θα παραμείνουν κάτω από 1,4 εκατομμύρια. Πρόκειται για μια τάση που, όπως δείχνουν τα δεδομένα, έχει ρίζες βαθιές στον χρόνο και συντηρείται απρόσκοπτα εδώ και δεκαετίες.

Από τις 150.000 του 1951 στις 65.000 του 2026

Η μεταπολεμική εξέλιξη των γεννήσεων αποτυπώνει με ακρίβεια το μέγεθος της πτώσης. Όπως επισημαίνει ο Βύρων Κοτζαμάνης, κατά την τριακονταετία 1951-1980 ο αριθμός των γεννήσεων κυμαινόταν κατά μέσο όρο γύρω στις 150.000 ετησίως. Στη συνέχεια, όμως, η πορεία αντιστράφηκε και τη δεκαετία του 1990 οι γεννήσεις περιορίστηκαν στις 100.000 τον χρόνο. Παρά τη μικρή ανάκαμψη που σημειώθηκε τη δεκαετία του 2000, η καθοδική τάση επανήλθε δυναμικά.

Οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες, καθώς ο αριθμός των γεννήσεων εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στις 65.000 το 2026. Η τάση αυτή, σημειώνει ο καθηγητής, δεν είναι πρόσφατη, αλλά είχε εκδηλωθεί ήδη πριν από τον πόλεμο. Χαρακτηριστικά, την περίοδο 1932-1940, με έναν σημαντικά μικρότερο πληθυσμό, καταγράφονταν κατά μέσο όρο 118.500 γεννήσεις ετησίως, έναντι 154.000 την περίοδο 1955-1964.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σαφής αν συγκριθούν ολόκληρες δεκαετίες. Για την τρέχουσα περίοδο 2021-2030, ο Κοτζαμάνης εκτιμά ότι οι γεννήσεις δεν θα ξεπεράσουν συνολικά τις 700.000, όταν την περίοδο 2011-2020 είχαν φτάσει τις 920.000. Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε μείωση της τάξης του 25% μέσα σε μία μόλις δεκαετία, ένα ποσοστό που δείχνει την ταχύτητα με την οποία επιταχύνεται το φαινόμενο.

Γιατί η Ελλάδα αποκλίνει από τη Δυτική Ευρώπη

Το μειωμένο πλέον μέγεθος της οικογένειας δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά το σύνολο των ανεπτυγμένων χωρών, διευκρινίζει ο Βύρων Κοτζαμάνης. Όπως εξηγεί, στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης η πτώση της γονιμότητας ξεκίνησε με τις γενιές που γεννήθηκαν αρκετά πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η πορεία αυτή αναστράφηκε προσωρινά στις γυναίκες που γεννήθηκαν στον μεσοπόλεμο, οι οποίες έφεραν στον κόσμο περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους, στο φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως baby boom. Έπειτα, με διαφοροποιημένους ρυθμούς, η μείωση συνεχίστηκε στις γενιές που γεννήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο καθηγητής συνδέει τις αλλαγές στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές με βαθύτερες κοινωνικές μεταβολές. Ο περιορισμός του αριθμού των παιδιών, όπως αναφέρει, συνοδεύτηκε από τη ριζική αναθεώρηση του θεσμού του γάμου, της μητρότητας και της σεξουαλικότητας, αλλά και από νέους προβληματισμούς για την εκπαίδευση και την κοινωνικοποίηση των παιδιών. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν, σύμφωνα με τον ίδιο, στη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου οικογένειας, σημαντικά διαφορετικού από τα προϋπάρχοντα, μέσα στο οποίο οι δύο σύντροφοι επιδιώκουν τους δικούς τους στόχους.

Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί την Ελλάδα από πολλές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης είναι το ιδιαίτερο χρονικό της πτώσης. Σύμφωνα με τον Κοτζαμάνη, στη χώρα η μείωση του αριθμού των παιδιών ανά ζευγάρι ξεκίνησε πολύ αργότερα, μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, και συνεχίζεται έκτοτε απρόσκοπτα. Η μακρά αυτή και αδιάλειπτη πορεία, που αποδίδεται στις διαδοχικές γενιές, εξηγεί γιατί η δημογραφική εικόνα της χώρας παραμένει τόσο επιβαρυμένη και γιατί η ανατροπή της τάσης αποδεικνύεται τόσο δύσκολη.