Η επιτάχυνση του «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» ως απάντηση στην αβεβαιότητα
Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, καθώς επιταχύνει τις διαδικασίες για τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού αμυντικού σχεδίου εντός του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της Wall Street Journal, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επεξεργάζονται ένα «σχέδιο Β», το οποίο ανεπίσημα έχει ονομαστεί «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ». Στόχος δεν είναι η αντικατάσταση της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ αλλά η διασφάλιση της συνέχειας της αποτρεπτικής της ισχύος. Η κατάσταση αυτή προκύπτει από το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αποσυρθούν ή να περιορίσουν σημαντικά τη στήριξή τους υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Οι πιέσεις εντάθηκαν μετά τις απειλές Τραμπ για αποχώρηση από τον οργανισμό και την κλιμάκωση των εντάσεων με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν.
Η μετάβαση προς αυτό το νέο μοντέλο ασφαλείας έχει ήδη ξεκινήσει, όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα που κάνει λόγο για ολοένα και περισσότερους Ευρωπαίους σε διοικητικές θέσεις-κλειδιά στο ΝΑΤΟ. Πολλές στρατιωτικές ασκήσεις, είτε έχουν πραγματοποιηθεί είτε επίκεινται, γίνονται πλέον υπό την ηγεσία ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το σχέδιο άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από πέρυσι, ωστόσο φαίνεται πως αποκτά πλέον επείγοντα χαρακτήρα καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για τη δέσμευση των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Παράλληλα, οι αμερικανικές απειλές για τη Γροιλανδία και οι σκληρές δηλώσεις κατά των Ευρωπαίων συμμάχων ενίσχυσαν το αίσθημα ανασφάλειας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου η αυτονομία γίνεται απαραίτητη συνθήκη επιβίωσης.
Η καθοριστική μεταστροφή της Γερμανίας και οι σύμμαχοι
Κλειδί για την επιτάχυνση του σχεδίου αποτελεί η μεταστροφή της Γερμανίας, η οποία για δεκαετίες απέρριπτε τις γαλλικές προτάσεις για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Το Βερολίνο επιμένει στη διατήρηση των ΗΠΑ ως βασικού εγγυητή ασφάλειας, αλλά η στάση αυτή αλλάζει ριζικά υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Η γερμανική ηγεσία φαίνεται να θεωρεί ότι η αξιοπιστία των ΗΠΑ δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, ιδιαίτερα υπό μια προεδρία Τραμπ. Αυτή η πολιτική στροφή άνοιξε τον δρόμο για ευρύτερη σύγκλιση μεταξύ χωρών όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία και οι σκανδιναβικές χώρες. Η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις που θέτει η γεωπολιτική πραγματικότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το σχέδιο προβλέπει ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας σε καίριες θέσεις διοίκησης και ελέγχου, καθώς και σταδιακή αντικατάσταση αμερικανικών δυνατοτήτων από ευρωπαϊκές. Αναλυτικά αυτό περιλαμβάνει μεγαλύτερη συμμετοχή Ευρωπαίων στη στρατιωτική διοίκηση και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη ανάπτυξης δυνατοτήτων σε τομείς όπου υπάρχει υστέρηση, όπως η επιτήρηση, οι δορυφόροι και ο ανεφοδιασμός εν πτήσει. Παράλληλα, εξετάζεται η δημιουργία ενός «συνασπισμού προθύμων» εντός του ΝΑΤΟ, που θα μπορεί να αναλαμβάνει επιχειρησιακές αποστολές χωρίς άμεση αμερικανική εμπλοκή. Αυτά τα μέτρα στοχεύουν στην πλήρη λειτουργικότητα της συμμαχίας ακόμα και χωρίς την αμερικανική υποστήριξη.
Τα τεράστια εμπόδια και η πυρηνική πρόκληση
Ωστόσο, το εγχείρημα σκοντάφτει σε σοβαρές δυσκολίες που δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Το ΝΑΤΟ είναι δομημένο γύρω από την αμερικανική ισχύ, με τις ΗΠΑ να κατέχουν κρίσιμους ρόλους σε πληροφορίες, logistics και διοίκηση. Η δημιουργία ενός αυτόνομου συστήματος απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και πολιτική βούληση που ίσως λείπει αυτή τη στιγμή. Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής «ομπρέλας», που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αποτροπής στον ευρωπαϊκό χώρο. Χωρίς αυτή την εγγύηση, η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη θα μπορούσε να διαταραχθεί δραματικά, ανοίγοντας την πόρτα σε νέες απειλές από γειτονικούς πολέμους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ολοκλήρωση αυτού του σχεδίου δεν είναι απλώς θέμα τεχνικής υποδομής, αλλά κυρίως πολιτικής βούλησης. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να καταφέρουν να ενοποιήσουν τις διαφορετικές στρατηγικές των κρατών-μελών κάτω από μια κοινή αμυντική φιλοσοφία. Η επιτυχία του «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ» θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των χωρών να επενδύσουν μαζικά στην αμυντική βιομηχανία και να αναπτύξουν τις δικές τους τεχνολογικές δυνατότητες. Αν ταυτόχρονα διατηρηθεί η σχέση με τις ΗΠΑ, τότε το σχέδιο θα λειτουργήσει ως συμπληρωματικό εργαλείο. Αν όμως οι ΗΠΑ αποσυρθούν πλήρως, τότε η Ευρώπη θα κληθεί να αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τη δική της ασφάλεια.




