Η εκεχειρία που τέθηκε σε ισχύ στις 8 Απριλίου φαίνεται πως έδωσε στο Ιράν πολύτιμο χρόνο για να ανασυνταχθεί στρατιωτικά και να ανακτήσει σημαντικό μέρος της αμυντικής του ισχύος. Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα των New York Times, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει το 70% των προπολεμικών αποθεμάτων βαλλιστικών πυραύλων και το 60% των εκτοξευτών πυραύλων που είχε στην κατοχή της πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Τα στοιχεία αυτά ρίχνουν νέο φως στο πραγματικό στρατιωτικό αποτύπωμα της σύγκρουσης και θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων εναντίον της ιρανικής αμυντικής υποδομής. Παράλληλα, το Ιράν διατηρεί ακόμη περίπου το 40% των μη επανδρωμένων αεροσκαφών — drones — που είχε στη διάθεσή του, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ικανότητά του να εξαπολύει επιθέσεις εξ αποστάσεως παραμένει αξιόλογη.
Ανάσυρση κρυμμένων οπλικών συστημάτων μετά την κατάπαυση του πυρός
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα δεδομένα που αφορούν στην εξέλιξη του οπλικού αποθέματος αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός. Κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η εκεχειρία, το Ιράν διέθετε περίπου το 50% των εκτοξευτών πυραύλων που κατείχε προ πολέμου — ένα ποσοστό που από μόνο του θεωρείται σημαντικό δεδομένης της έντασης των επιχειρήσεων. Ωστόσο, στο άμεσο διάστημα που ακολούθησε, οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν στην ανάσυρση περίπου 100 συστημάτων εκτόξευσης που ήταν αποθηκευμένα σε υπόγειες εγκαταστάσεις και οχυρωμένες θέσεις, απρόσιτες στις αεροπορικές επιθέσεις. Αυτή η κίνηση ανέβασε τη διαθεσιμότητα των εκτοξευτών σε επίπεδα κοντά στο 60% σε σχέση με τα προπολεμικά μεγέθη. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται σαφές ότι η στρατηγική διασποράς και απόκρυψης του οπλισμού απέδωσε καρπούς, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να ανακτήσει γρήγορα μέρος της στρατιωτικής της δύναμης μόλις σταμάτησαν οι εχθροπραξίες.
«Καμία εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ» — Γαλιμπάφ για τις διαπραγματεύσεις
Σε αυτό το πλαίσιο εκτυλίσσονται και οι διπλωματικές επαφές μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον, οι οποίες διακρίνονται από βαθιά αμοιβαία καχυποψία. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, ο οποίος έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στις συνομιλίες για λογαριασμό της Τεχεράνης, αναγνώρισε μεν κάποια «πρόοδο» στις διαπραγματεύσεις, αλλά υπογράμμισε ότι οι δύο πλευρές παραμένουν «ακόμη μακριά» από οποιαδήποτε οριστική συμφωνία. «Έχουμε σημειώσει πρόοδο στις διαπραγματεύσεις, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές διαφορές. Ορισμένα θεμελιώδη σημεία παραμένουν άλυτα», τόνισε ο Γαλιμπάφ σε εκτεταμένη συνέντευξη που παραχώρησε στην ιρανική τηλεόραση. Ο ίδιος είχε συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στις 11 και 12 Απριλίου στο Ισλαμαμπάντ, όπου η αμερικανική αντιπροσωπεία ήταν υπό την ηγεσία του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς. Κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων στην πακιστανική πρωτεύουσα, ο Γαλιμπάφ λέει ότι κατέστησαν σαφές ότι δεν τρέφουν «καμία απολύτως εμπιστοσύνη» προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ζητώντας παράλληλα από την Ουάσινγκτον να εγκαταλείψει τις «μονομερείς ενέργειες» και την «τάση επιβολής» που χαρακτηρίζει την εξωτερική της πολιτική.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιρανική ερμηνεία της συμφωνίας για την εκεχειρία. Ο Γαλιμπάφ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη αποδέχθηκε την πρόταση της Ουάσινγκτον για δίωρη κατάπαυση του πυρός δύο εβδομάδων από θέση ισχύος και όχι αδυναμίας. «Ήμασταν νικητές στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός δεν είχε επιτύχει κανέναν από τους στόχους του, και το Ιράν διατηρούσε επίσης τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η ρητορική αυτή αντανακλά την επίσημη γραμμή της Τεχεράνης, η οποία επιδιώκει να παρουσιάσει την εκεχειρία ως αποτέλεσμα των δικών της απαιτήσεων και όχι ως υποχώρηση. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις ερμηνείες, τα στοιχεία για την ανάκτηση του οπλικού αποθέματος καταδεικνύουν ότι το Ιράν εκμεταλλεύτηκε αποτελεσματικά κάθε διαθέσιμο χρόνο για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση ενόψει των επόμενων γύρων συνομιλιών με τις ΗΠΑ.




