Έντονο σάλο στη διεθνή κοινότητα έχει προκαλέσει η βεβήλωση αγάλματος του Εσταυρωμένου Ιησού Χριστού από Ισραηλινό στρατιώτη στον νότιο Λίβανο. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό του για το περιστατικό την Τρίτη 21 Απριλίου 2026, θέτοντας ερωτήματα για τα κίνητρα πίσω από αυτή την ενέργεια. Παράλληλα, ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε ποινές για τους εμπλεκόμενους στρατιώτες, καθώς το περιστατικό έχει ήδη προκαλέσει κύμα αντιδράσεων σε πολλαπλά επίπεδα.
Τι έγινε με το άγαλμα στον Λίβανο
Βίντεο που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδειξε έφεδρο των ισραηλινών δυνάμεων να χτυπά το άγαλμα του Ιησού με βαριοπούλα, προκαλώντας σοβαρές φθορές στο θρησκευτικό σύμβολο. Το βίντεο έγινε viral, με τον ισραηλινό στρατό να επιβεβαιώνει αρχικά την αυθεντικότητά του και στη συνέχεια να εντοπίζει τον υπεύθυνο στρατιώτη. Πρόκειται για περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής επιχείρησης στον νότιο Λίβανο, σε περιοχή με έντονη χριστιανική παρουσία.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων, δύο στρατιώτες καταδικάστηκαν σε 30 ημέρες στρατιωτικής κράτησης. Ο ένας ήταν εκείνος που προκάλεσε τη φθορά, ενώ ο δεύτερος ήταν αυτός που κατέγραψε το περιστατικό. Και οι δύο απομακρύνονται από τα μάχιμα καθήκοντά τους ως μέρος της επιβληθείσας ποινής. Επιπλέον, οι υπόλοιποι στρατιώτες που ήταν παρόντες στο σημείο και «παρέμειναν αδρανείς» έχουν κληθεί για παροχή εξηγήσεων, με τον στρατό να εξετάζει περαιτέρω πειθαρχικά μέτρα σε επίπεδο διοίκησης.
Η διεθνής αντίδραση υπήρξε άμεση και έντονη. Περισσότεροι από 150 εβραίοι ηγέτες υπέγραψαν επιστολή καταδίκης της καταστροφής, δηλώνοντας ότι μια τέτοια πράξη δεν εκπροσωπεί τις αξίες του ισραηλινού λαού. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, καταδίκασε το περιστατικό «με τον πιο έντονο τρόπο», υπογραμμίζοντας ότι παρόμοιες ενέργειες δεν συνάδουν με τις αξίες και τις αρχές του ισραηλινού στρατού.

Αντιδράσεις: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τοποθετείται
Η Αρχιεπισκοπή Αθηνών εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση για τη βεβήλωση αγάλματος Ιησού στον Λίβανο, με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να εκφράζει τον έντονο προβληματισμό του και να θέτει ερωτήματα για τα κίνητρα της πράξης. Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος υπογράμμισε ότι ο Χριστός δεν χρησιμοποίησε ποτέ βία, ούτε ηγήθηκε σε στρατιωτικές ενέργειες. Αντίθετα, ο Χριστός δίδαξε την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση, ενώ θυσιάστηκε για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας, γεγονός που καθιστά την πράξη αυτή ιδιαίτερα επώδυνη από πνευματική άποψη.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επικαλέστηκε τη βιβλική ρήση «ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι», αναδεικνύοντας τη διαχρονική πνευματική διδασκαλία του Χριστιανισμού. Παράλληλα, επέστρεψε στα λόγια του Αποστόλου Παύλου, που χαρακτηρίζει την Παλαιά Διαθήκη ως «παιδαγωγόν εις Χριστόν», υπενθυμίζοντας τη βαθιά σύνδεση μεταξύ των δύο θρησκευτικών παραδόσεων. Η θεολογική αυτή αναφορά αποσκοπεί στο να αναδείξει τη διαχρονική πνευματική σημασία των ιερών κειμένων και την αταίριαστη αντίφαση που εκπροσωπεί μια πράξη βίας απέναντι σε θρησκευτικά σύμβολα.
Ωστόσο, ο Αρχιεπίσκοπος δεν περιορίστηκε στη θεολογική διάσταση του ζητήματος. Σημείωσε ότι η άμεση καταδίκη του περιστατικού από τον πρωθυπουργό Νετανιάχου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο πόλεμος εντείνει τα φαινόμενα βίας και οργής. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του στον θάνατο 168 μαθητών και μαθητριών στην πόλη Μινάμπ του Ιράν, υπενθυμίζοντας ότι οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν πολύ συχνά αθώα θύματα, και ιδιαίτερα μικρά παιδιά. Κλείνοντας, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος τόνισε ότι η Εκκλησία προσεύχεται διαρκώς υπέρ της ειρήνης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και για την ειρήνη στην ψυχή κάθε ανθρώπου.
Τι ακολουθεί μετά τη βεβήλωση
Ο ισραηλινός στρατός έχει ήδη ανακοινώσει ότι οι υπόλοιποι στρατιώτες που ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια του περιστατικού αναμένεται να εξεταστούν περαιτέρω στο πλαίσιο πειθαρχικής έρευνας σε επίπεδο διοίκησης. Η επιβολή ποινής 30 ημερών κράτησης για τους δύο κύριους εμπλεκόμενους αποτελεί ένα πρώτο βήμα, ωστόσο εκκρεμούν αποφάσεις για τους ανώτερους αξιωματικούς. Η διεθνής πίεση, σε συνδυασμό με την επιστολή των 150 εβραίων ηγετών και τις δηλώσεις του Νετανιάχου, δείχνει ότι το περιστατικό δεν θα κλείσει εύκολα στο αρχείο, αλλά θα συνεχίσει να απασχολεί την κοινή γνώμη και τους θρησκευτικούς ηγέτες διεθνώς.




